Η επανάχρηση και ο μετασχηματισμός υφιστάμενων κτιρίων εξελίσσονται σε κρίσιμο πεδίο για την ανάπτυξη της αγοράς ακινήτων, ιδιαίτερα σε ώριμα αστικά περιβάλλοντα με υψηλή πυκνότητα και σημαντικό ιστορικό κτιριακό απόθεμα.
Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Μαρή, Deputy CEO της TenTec, που συμμετείχε πριν από λίγες ημέρες στο 1ο CODE Forum 2026 καθοριστικός παράγοντας για την υλοποίηση τέτοιων επενδύσεων είναι η προβλεψιμότητα και η σταθερότητα του θεσμικού πλαισίου που διέπει τις διαδικασίες αδειοδότησης και ανάπτυξης.
Όπως επισημαίνει, η Ten Brinke, στην οποία ανήκει η TenTec, ιδρύθηκε πριν από περίπου έναν αιώνα στην Ολλανδία, μια χώρα που θεωρείται πρωτοπόρος στις πρακτικές re-use και adaptive reuse. Στο συγκεκριμένο περιβάλλον, οι διαδικασίες αδειοδότησης χαρακτηρίζονται από σαφείς ροές εγκρίσεων και θεσμοθετημένους μηχανισμούς συνεργασίας μεταξύ ιδιωτών επενδυτών, δημόσιων οργανισμών και τοπικής αυτοδιοίκησης. Το αποτέλεσμα είναι ότι τα έργα μπορούν να σχεδιάζονται με μεγαλύτερη ακρίβεια ως προς το χρονοδιάγραμμα, το κόστος και τις τεχνικές απαιτήσεις.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, βασική πρόκληση για αντίστοιχες επενδύσεις αποτελεί η πολυπλοκότητα των εγκρίσεων και οι σημαντικές καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για κτίρια ιστορικής ή αρχιτεκτονικής αξίας ή για ακίνητα που βρίσκονται σε περιοχές με αυξημένο καθεστώς προστασίας, όπως το ιστορικό κέντρο και το εμπορικό τρίγωνο της Αθήνας.
Σε τέτοιου είδους έργα, όπως σημειώνει ο κ. Μαρής, το βασικό ρίσκο δεν περιορίζεται στο κατασκευαστικό σκέλος αλλά αφορά κυρίως τον χρόνο που απαιτείται μέχρι να ολοκληρωθούν μελέτες, γνωμοδοτήσεις και εγκρίσεις. Η χρονική αβεβαιότητα επηρεάζει τη συνολική βιωσιμότητα μιας επένδυσης, καθώς αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης και εισάγει απρόβλεπτες παραμέτρους στον προϋπολογισμό.
Παρά τις δυσκολίες, η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα για την ανάπτυξη έργων επανάχρησης. Το εκτεταμένο απόθεμα ιστορικών κτιρίων που παραμένουν ανενεργά, η υψηλή αστική πυκνότητα και η αυξανόμενη ζήτηση για ποιοτικά ακίνητα σε κεντρικές περιοχές δημιουργούν ευνοϊκές προϋποθέσεις για επενδύσεις που συνδυάζουν την αποκατάσταση με τη δημιουργία προϊόντων υψηλότερης αξίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η επανάχρηση μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός αναβάθμισης του αστικού περιβάλλοντος και ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας.
Όπως μεταφέρει ο ίδιος, στον τεχνικό και μελετητικό κλάδο διαμορφώνεται ευρύτερη συναίνεση ως προς την ανάγκη απλούστευσης των διαδικασιών. Μεταξύ άλλων, επισημαίνεται η ανάγκη περιορισμού του κατακερματισμού των εγκρίσεων, καλύτερου ελέγχου ως προς το ποια δικαιολογητικά και γνωμοδοτήσεις είναι πράγματι απαραίτητα και επιτάχυνσης των διοικητικών διαδικασιών.
Παράλληλα, θεωρείται κρίσιμη η θέσπιση στοχευμένων κινήτρων για έργα adaptive reuse, με σαφείς κανόνες και προβλέψιμες προϋποθέσεις, κατά το πρότυπο χωρών όπως η Γερμανία και η Ολλανδία όπου οι πολεοδομικές στρατηγικές δίνουν σαφή κατεύθυνση για την εξέλιξη της αστικής ανάπτυξης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου τύπου έργου αποτελεί η ανάπτυξη που αφορά το ακίνητο στην οδό Ερμού 76 στο κέντρο της Αθήνας. Πρόκειται για κτίριο βασιλικού κληροδοτήματος που κατασκευάστηκε το 1920 και κατά τη διάρκεια της ιστορίας του φιλοξένησε εμπορικές χρήσεις και γραφεία. Μετά από πυρκαγιές, διατηρήθηκαν μόνο δύο όψεις του κτιρίου, γεγονός που καθιστά την αποκατάσταση ιδιαίτερα σύνθετη.
Η TenTec έχει εκπονήσει μελέτες αποκατάστασης βασισμένες σε ιστορικό υλικό, με στόχο την επαναφορά της εξωτερικής μορφής του κτιρίου στην αρχική του κατάσταση, σύμφωνα με τα τεκμηριωμένα αρχιτεκτονικά δεδομένα.
Παράλληλα, το εσωτερικό επανασχεδιάζεται πλήρως ώστε να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες προδιαγραφές ασφάλειας και λειτουργικότητας. Η επένδυση παραμένει απαιτητική τόσο λόγω της τεχνικής πολυπλοκότητας όσο και λόγω της συνεχιζόμενης διαδικασίας εγκρίσεων από τις αρμόδιες αρχαιολογικές υπηρεσίες.
Το επενδυτικό χαρτοφυλάκιο της TenTec κατανέμεται ισομερώς μεταξύ επαγγελματικών και αστικών έργων, στο πλαίσιο μιας στρατηγικής διαφοροποίησης που καλύπτει τόσο τον εμπορικό και βιομηχανικό τομέα όσο και την οικιστική ανάπτυξη.
Όπως σημειώνει ο κ. Μαρής, τα έργα υλοποιούνται κυρίως με ίδια κεφάλαια και με σταδιακή ωρίμανση, επιλογή που περιορίζει τον χρηματοοικονομικό κίνδυνο και προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία στον σχεδιασμό και στον χρόνο υλοποίησης. Η εταιρεία διατηρεί ουσιαστικά μηδενικό τραπεζικό δανεισμό σε επίπεδο ανάπτυξης έργων, γεγονός που ενισχύει τη σταθερότητα του επιχειρηματικού της μοντέλου.
Σημαντική επένδυση αποτελεί και η συμφωνία με τη Lamda Development για την εξαγορά οικοπέδου περίπου 16.000 τ.μ. στο Ελληνικό, κίνηση που εντάσσεται στη μακροπρόθεσμη παρουσία της Ten Brinke στη μεγάλη αστική ανάπλαση της περιοχής. Η έναρξη των κατασκευαστικών εργασιών προγραμματίζεται πριν από το τέλος του 2026, μετά την ολοκλήρωση των απαραίτητων μελετών και αδειοδοτήσεων.
Παράλληλα, η εταιρεία αναπτύσσει σειρά έργων στα οποία δραστηριοποιείται είτε ως developer είτε ως μελετητής και εργολάβος, καλύπτοντας όλο το φάσμα της παραγωγής ενός έργου, από τον σχεδιασμό έως την κατασκευή. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί το logistics hub της IKEA, επένδυση περίπου 70 εκατ. ευρώ που έχει ήδη ολοκληρωθεί.
Το έργο εξασφαλίστηκε μέσω διεθνούς διαγωνισμού και λειτουργεί ήδη ως κόμβος εξυπηρέτησης για την Ελλάδα, την Κύπρο και την Ιορδανία, με προοπτικές επέκτασης της εφοδιαστικής αλυσίδας και προς αγορές όπως η Αίγυπτος και άλλες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Σήμερα, το χαρτοφυλάκιο της Ten Brinke περιλαμβάνει τρία εμπορικά κέντρα, βιομηχανικές εγκαταστάσεις και σύγχρονα κέντρα logistics, τρία data centers, καθώς και κτίρια αμιγούς εμπορικής χρήσης με καταστήματα.
Παράλληλα υλοποιούνται περίπου 20 οικιστικά έργα συνολικής επιφάνειας 110.000 έως 115.000 τ.μ., ορισμένα από τα οποία έχουν μικτή χρήση συνδυάζοντας κατοικία, εμπορικές λειτουργίες και υπηρεσίες.
Όπως τονίζει ο κ. Μαρής, στόχος είναι η δημιουργία έργων που ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες της αγοράς και συμβάλλουν ταυτόχρονα στη βελτίωση της ποιότητας του αστικού περιβάλλοντος και στη βιώσιμη ανάπτυξη των πόλεων.