Η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης εξελίσσεται πλέον σε έναν από τους βασικότερους παράγοντες που αναμένεται να επηρεάσουν την ελληνική αγορά ακινήτων τα επόμενα χρόνια.
Το νέο δεκαετές σχέδιο στεγαστικής πολιτικής, συνολικού προϋπολογισμού 6,5 δισ. ευρώ, δεν περιορίζεται σε παρεμβάσεις στήριξης των νοικοκυριών, αλλά επιχειρεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για σημαντική αύξηση του διαθέσιμου οικιστικού αποθέματος, δίνοντας ταυτόχρονα νέο ρόλο σε κατασκευαστικές εταιρείες, developers και θεσμικούς επενδυτές.
Η άνοδος των τιμών, η περιορισμένη κατασκευαστική δραστηριότητα μετά τη δεκαετή κρίση, η ανάπτυξη της βραχυχρόνιας μίσθωσης και η επιστροφή των επενδύσεων στο real estate δημιούργησαν μια αγορά με έντονες πιέσεις τόσο στις τιμές πώλησης όσο και στα ενοίκια.
Η νέα στρατηγική επιχειρεί να αλλάξει αυτή την ισορροπία. Αντί η παρέμβαση να εξαντλείται σε χρηματοδοτικά εργαλεία για την αγορά κατοικίας, το βάρος μεταφέρεται στην παραγωγή νέου αποθέματος, στην αξιοποίηση ακινήτων που παραμένουν ανενεργά και στη δημιουργία μόνιμων μηχανισμών που θα αυξήσουν την προσφορά κατοικιών σε βάθος χρόνου.
Για την αγορά ανάπτυξης ακινήτων, η μεγαλύτερη αλλαγή αφορά τη δημιουργία ενός πλαισίου που ενθαρρύνει νέες οικιστικές αναπτύξεις και αξιοποιήσεις υφιστάμενων κτιρίων.
Στο επίκεντρο βρίσκονται η αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων, η ανάπτυξη οργανωμένων κατοικιών προσιτού κόστους, η επαναφορά κλειστών διαμερισμάτων στην αγορά μέσω ανακαινίσεων και η ενεργοποίηση χρηματοδοτικών εργαλείων που μπορούν να μειώσουν το επενδυτικό κόστος για νέα projects.
Για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια, η στεγαστική πολιτική συνδέεται άμεσα με την παραγωγή νέου οικιστικού προϊόντος και όχι αποκλειστικά με τη χρηματοδότηση των αγοραστών.
Ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα του σχεδίου αφορά την αξιοποίηση του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συνοδεύουν τη στρατηγική, περίπου 800.000 κατοικίες παραμένουν σήμερα εκτός αγοράς, ενώ η μεγάλη πλειονότητα του οικιστικού αποθέματος έχει κατασκευαστεί πριν από το 2000 και απαιτεί εκτεταμένες παρεμβάσεις αναβάθμισης.
Η επιστροφή ακόμη και μέρους αυτών των κατοικιών στη μακροχρόνια μίσθωση θα μπορούσε να αυξήσει αισθητά την προσφορά, χωρίς να απαιτηθεί ο χρόνος και το κόστος που συνεπάγεται η ανάπτυξη νέων οικοδομών. Παράλληλα, δημιουργείται σημαντικό αντικείμενο για την αγορά ανακαινίσεων, τις τεχνικές εταιρείες και τις επιχειρήσεις δομικών υλικών.
Η νέα στρατηγική επιχειρεί επίσης να επαναπροσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο κατευθύνονται οι επενδύσεις στην αγορά κατοικίας. Στόχος είναι οι νέες παρεμβάσεις να συνδέονται περισσότερο με την ενίσχυση της διαθέσιμης προσφοράς και λιγότερο με την περαιτέρω τόνωση της ζήτησης.
Στο πλαίσιο αυτό προβλέπονται αλλαγές που αφορούν τόσο τα χρηματοδοτικά εργαλεία για την απόκτηση πρώτης κατοικίας όσο και τον τρόπο με τον οποίο θα αξιοποιούνται επενδυτικά κεφάλαια στην αγορά ακινήτων, με έμφαση στη μακροχρόνια κατοικία και στη δημιουργία νέου στεγαστικού αποθέματος.
Παρά τη φιλοδοξία του σχεδίου, η αποτελεσματικότητά του θα εξαρτηθεί από την ταχύτητα εφαρμογής των παρεμβάσεων και από το κατά πόσο θα ενεργοποιηθούν ιδιωτικά κεφάλαια για την υλοποίηση νέων έργων. Για την αγορά ακινήτων, η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στις εξαγγελίες, αλλά στην ικανότητα να δημιουργηθούν νέες κατοικίες σε μια περίοδο όπου η έλλειψη προσφοράς αποτελεί τον βασικότερο παράγοντα πίεσης στις τιμές.
Για τους επαγγελματίες του real estate, το νέο πλαίσιο δημιουργεί προοπτικές σε τομείς που μέχρι σήμερα παρέμεναν περιορισμένοι στην ελληνική αγορά, από τις οργανωμένες αναπτύξεις προσιτής κατοικίας μέχρι την εκτεταμένη αξιοποίηση υφιστάμενων κτιρίων.
Εφόσον οι παρεμβάσεις προχωρήσουν σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η επόμενη δεκαετία ενδέχεται να σηματοδοτήσει μια ουσιαστική μετατόπιση του επενδυτικού ενδιαφέροντος προς την οικιστική ανάπτυξη ως διακριτό πυλώνα της αγοράς ακινήτων.