Η Ελλάδα δεν ακολουθεί απλώς την ευρωπαϊκή άνοδο των ξενοδοχειακών συναλλαγών το 2025.
Δείχνει να κερδίζει σαφώς μεγαλύτερο βάρος στον χάρτη των hotel deals, με συνολικό όγκο συναλλαγών 1,119 δισ. ευρώ και με την Αθήνα να συγκαταλέγεται πλέον στις πιο δραστήριες πόλεις της Ευρώπης.
Σύμφωνα με την Έκθεση Συναλλαγών Ξενοδοχείων στην Ευρώπη της HVS για το 2025, η Ελλάδα ανέβηκε στην 5η θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, πίσω από τη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ισπανία και τη Γερμανία, αλλά μπροστά από την Ιταλία.
Η επίδοση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι η ευρωπαϊκή αγορά συνολικά κινήθηκε σε ανοδική τροχιά, με τις ξενοδοχειακές συναλλαγές να φθάνουν τα 22,6 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 30% σε σχέση με το 2024.
Μέσα σε αυτό το θετικό περιβάλλον, η Ελλάδα δεν περιορίστηκε στο να ακολουθήσει την τάση, αλλά κατάφερε να τοποθετηθεί στην πρώτη πεντάδα των αγορών με το μεγαλύτερο επενδυτικό ενδιαφέρον.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η εικόνα της Αθήνας. Η ελληνική πρωτεύουσα κατέγραψε συναλλαγές ύψους 663 εκατ. ευρώ και βρέθηκε στην 4η θέση των ευρωπαϊκών πόλεων, πίσω μόνο από το Λονδίνο, το Παρίσι και το Βερολίνο. Πίσω από την Αθήνα βρέθηκαν αγορές όπως η Πράγα, το Άμστερνταμ, η Κοπεγχάγη και η Βαρκελώνη.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που επιβεβαιώνει ότι η Αθήνα δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μια δευτερεύουσα μεσογειακή πρωτεύουσα, αλλά ως αγορά στην οποία πραγματοποιούνται συναλλαγές μεγάλου μεγέθους και αυξημένης στρατηγικής σημασίας.
Το πιο κρίσιμο όμως στοιχείο είναι η ποιότητα αυτής της ανόδου. Από τα 1,119 δισ. ευρώ των συνολικών συναλλαγών στην Ελλάδα, τα 664 εκατ. ευρώ προήλθαν από συναλλαγές χαρτοφυλακίων ξενοδοχείων, ενώ μόλις 454 εκατ. ευρώ αφορούσαν πωλήσεις μεμονωμένων μονάδων.
Αυτό σημαίνει ότι η αγορά δεν κινήθηκε κυρίως από αποσπασματικές αγοραπωλησίες, αλλά από μεγαλύτερες, πιο οργανωμένες συμφωνίες. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα βρέθηκε στην 4η θέση στην Ευρώπη στις συναλλαγές χαρτοφυλακίων, με αύξηση 518 εκατ. ευρώ μέσα σε ένα έτος, ενώ στις πωλήσεις μεμονωμένων ξενοδοχείων περιορίστηκε στην 9η θέση.
Με άλλα λόγια, η εγχώρια αγορά φαίνεται να προσελκύει πλέον θεσμικότερο και πιο συγκεντρωμένο επενδυτικό ενδιαφέρον. Αυτό συνήθως σηματοδοτεί μεγαλύτερη ωρίμανση της αγοράς, καθώς τα χαρτοφυλάκια συνδέονται με πιο σύνθετες στρατηγικές κινήσεις, αναδιάρθρωση ιδιοκτησιών, ισχυρότερη παρουσία funds και ομίλων, αλλά και με υψηλότερη εμπιστοσύνη στις μακροπρόθεσμες προοπτικές του προορισμού.
Οι ίδιες οι συμφωνίες που καταγράφει η έκθεση ενισχύουν αυτή την ανάγνωση. Η απόκτηση πλειοψηφικού ποσοστού στη Donkey Hotels Greece από την Azora, που αφορά πέντε ξενοδοχεία και 836 δωμάτια, καθώς και η μεταβίβαση χαρτοφυλακίου τριών ξενοδοχείων στη Χαλκιδική στη Sani/Ikos Group από την Goldman Sachs, με 1.076 δωμάτια, δείχνουν ότι η κινητικότητα δεν είναι μόνο έντονη αλλά και ποιοτικά αναβαθμισμένη.
Στις μεμονωμένες συμφωνίες, η εξαγορά του Four Seasons Astir Palace Hotel Athens από τον Γιώργο Προκοπίου αποτελεί από μόνη της μια συναλλαγή με υψηλό συμβολισμό για την ελληνική αγορά πολυτελείας.
Η Αθήνα, μάλιστα, δεν ξεχώρισε μόνο στο συνολικό ύψος συναλλαγών. Στις συναλλαγές χαρτοφυλακίων βρέθηκε στη 2η θέση στην Ευρώπη με 271 εκατ. ευρώ, πίσω μόνο από το Λονδίνο και μπροστά από το Παρίσι. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η πρωτεύουσα δεν τραβά επενδυτικά κεφάλαια απλώς λόγω τουριστικής δυναμικής ή city break ζήτησης, αλλά επειδή έχει αρχίσει να λειτουργεί ως ώριμος κόμβος ξενοδοχειακών επενδύσεων με ευρύτερο ευρωπαϊκό εκτόπισμα.
Σε σύγκριση με την ευρωπαϊκή εικόνα, υπάρχει ακόμη ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα. Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, η μεγάλη έκρηξη του 2025 προήλθε κυρίως από τις πωλήσεις μεμονωμένων ξενοδοχείων, που αυξήθηκαν κατά 48% και έφτασαν τα 15,6 δισ. ευρώ.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, η ώθηση ήρθε κυρίως από τα χαρτοφυλάκια. Αυτό διαφοροποιεί την ελληνική περίπτωση από τη γενική ευρωπαϊκή τάση και υποδηλώνει ότι η χώρα βρίσκεται σε φάση κατά την οποία μεγάλοι παίκτες αναδιατάσσουν θέσεις και ενισχύουν συγκροτημένα την παρουσία τους.
Η πορεία αυτή μπορεί να αποκτήσει συνέχεια και το 2026. Η HVS σημειώνει ότι η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή δημιουργεί νέα δεδομένα, ωστόσο ταυτόχρονα ενδέχεται να ενισχύσει ευρωπαϊκές αγορές που θεωρούνται ασφαλέστερες. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα συγκαταλέγεται ήδη μεταξύ των μεσογειακών αγορών που είδαν άμεση ώθηση στις κρατήσεις πριν από το Πάσχα.
Αν αυτή η τάση διατηρηθεί, τότε η χώρα μπορεί να δει όχι μόνο ισχυρή τουριστική ζήτηση, αλλά και νέα ώθηση στο επενδυτικό ενδιαφέρον για ξενοδοχειακά assets.
Το 2025, πάντως, φαίνεται ήδη να καταγράφεται ως χρονιά καμπής. Για την Ελλάδα, η είδηση δεν είναι απλώς ότι οι συναλλαγές αυξήθηκαν. Είναι ότι η χώρα περνά σε μια νέα φάση, όπου δεν αποτελεί μόνο ισχυρό leisure destination, αλλά και αγορά ξενοδοχειακών επενδύσεων με αυξανόμενη βαρύτητα στην Ευρώπη. Και για την Αθήνα, ειδικά, η φετινή επίδοση μοιάζει να επιβεβαιώνει ότι έχει πάψει οριστικά να είναι “δεύτερη γραμμή”.