Η αξιοποίηση του παλαιού και συχνά ανενεργού κτιριακού αποθέματος της Αθήνας αναδεικνύεται ως ένα από τα σημαντικότερα πεδία ανάπτυξης για την αγορά ακινήτων.
Παράλληλα, όμως, συνοδεύεται από σημαντικές προκλήσεις που επηρεάζουν την ταχύτητα υλοποίησης και την οικονομική βιωσιμότητα των επενδυτικών έργων.
Ένα από τα βασικά ζητήματα που ανακύπτουν αφορά τη γραφειοκρατία και τις χρονοβόρες διαδικασίες αδειοδότησης, όπως ανέφερε ο Πάρις Καλλιτσάντσης, ιδρυτής και CEO της Blend Development στο 1o CODE Forum 2026.
Οι παράγοντες αυτοί συχνά καθυστερούν την ωρίμανση επενδυτικών σχεδίων, με αποτέλεσμα ακίνητα σε ιδιαίτερα προνομιακές τοποθεσίες να παραμένουν ανεκμετάλλευτα για μεγάλα χρονικά διαστήματα, περιορίζοντας τη δυναμική ανάπτυξης της αγοράς και την αποτελεσματική αξιοποίηση του αστικού ιστού.
Ιδιαίτερα σύνθετη θεωρείται η διαχείριση διατηρητέων κτιρίων, καθώς πρόκειται για παρεμβάσεις που απαιτούν υψηλό επίπεδο τεχνικής εξειδίκευσης και προσαρμοστικότητα σε όλα τα στάδια του έργου, από τη μελέτη έως την κατασκευή. Η συνεργασία με εξειδικευμένους μηχανικούς, μελετητές και συντηρητές κρίνεται καθοριστική για την επιτυχημένη ολοκλήρωση τέτοιων έργων.
Μέσα από αυτές τις διαδικασίες καθίσταται εφικτή η δημιουργία σύγχρονων κτιρίων υψηλών προδιαγραφών, συγκρίσιμων με νεόδμητα, χωρίς την ανάγκη επιπλέον δόμησης. Παράλληλα, ενισχύεται η βιωσιμότητα των έργων και περιορίζεται το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των επεμβάσεων.
Σημαντική ώθηση στις επενδύσεις αυτού του τύπου προσφέρουν τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία. Προγράμματα όπως το Ταμείο Ανάκαμψης συμβάλλουν στη χρηματοδότηση κρίσιμων τεχνικών παρεμβάσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι στατικές ενισχύσεις και οι ενεργειακές αναβαθμίσεις κτιρίων, ενισχύοντας έτσι τη χρηματοοικονομική βιωσιμότητα των έργων.
Ταυτόχρονα, η αυξημένη ζήτηση από επενδυτές στους τομείς του τουρισμού και της κατοικίας, σε συνδυασμό με το έντονο ενδιαφέρον διεθνών αγοραστών, δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις για την αλλαγή χρήσης παλαιών ακινήτων. Σε πολλές περιπτώσεις παρατηρείται η μετατροπή πρώην γραφειακών ή βιομηχανικών χώρων σε κατοικίες ή ξενοδοχειακές μονάδες, ενισχύοντας την αναζωογόνηση συγκεκριμένων περιοχών της πόλης.
Παράλληλα, διαπιστώνεται ότι τα παλαιά και ανενεργά ακίνητα, ιδιαίτερα σε κεντρικές περιοχές της Αθήνας, προσφέρουν σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες. Σε αρκετές περιπτώσεις, η ανακατασκευή ενός υφιστάμενου κτιρίου μπορεί να αποδειχθεί οικονομικά αποδοτικότερη από την κατεδάφιση και την πλήρη νέα κατασκευή, τόσο σε επίπεδο κόστους όσο και ως προς τον χρόνο υλοποίησης.
Ωστόσο, μια από τις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι επενδυτές αφορά την αβεβαιότητα σχετικά με την πραγματική κατάσταση των παλαιών κτιρίων. Για τον λόγο αυτό, η διεξαγωγή εκτενών τεχνικών ελέγχων και μελετών πριν την έναρξη των εργασιών κρίνεται απαραίτητη, ώστε να περιοριστούν πιθανά απρόβλεπτα κόστη κατά την εξέλιξη του έργου.
Η εμπειρία από την εφαρμογή σύγχρονων πρακτικών διαχείρισης έργων καταδεικνύει ότι η υλοποίηση ανακατασκευών μπορεί να πραγματοποιηθεί με ιδιαίτερα ανταγωνιστικούς προϋπολογισμούς. Σε έργα που αφορούν ξενοδοχειακές μονάδες, κατοικίες ή σύγχρονους πράσινους γραφειακούς χώρους, έχει ήδη διαπιστωθεί η δυνατότητα ολοκλήρωσης έργων ακόμη και με κόστος χαμηλότερο από τον αρχικό προϋπολογισμό.
Καθοριστικής σημασίας σε αυτή τη διαδικασία είναι η στενή συνεργασία μεταξύ επενδυτών και κατασκευαστικών φορέων, καθώς και η έγκαιρη και ολοκληρωμένη τεχνική προετοιμασία των έργων.