Ιδιαίτερη έμφαση δίνει το Υπερταμείο / Growthfund στην ανάπτυξη σύγχρονων οικιστικών projects, με στόχο τη δημιουργία ποιοτικών κατοικιών και την ενίσχυση του κοινωνικού αποτυπώματος της δημόσιας περιουσίας.
Στο πλαίσιο αυτό, αναδεικνύεται η ανάγκη ενεργοποίησης ακινήτων που μέχρι σήμερα παρέμεναν ανενεργά ή υποαξιοποιημένα, αποτρέποντας την απαξίωση της δημόσιας γης.
Όπως επισήμανε ο Παναγιώτης Σταμπουλίδης Deputy CEO στο Delphi Economic Forum η πρόκληση για το ελληνικό Δημόσιο δεν είναι μόνο τεχνική, αλλά βαθιά θεσμική και αναπτυξιακή. Για πρώτη φορά επιχειρείται με δομημένο τρόπο η αξιοποίηση ακινήτων του στενού πυρήνα του κράτους, μέσα από ένα πλαίσιο που καλείται να εφαρμοστεί σε πραγματικές συνθήκες αγοράς και να δοκιμαστεί στην πράξη.
Σε αυτό το περιβάλλον, το Growthfund αναλαμβάνει τον ρόλο της τεχνικής και χρηματοοικονομικής ωρίμανσης των ακινήτων, διαμορφώνοντας τις προϋποθέσεις ώστε αυτά να καταστούν επενδυτικά ώριμα και ελκυστικά. Η διαδικασία περιλαμβάνει την επίλυση νομικών εκκρεμοτήτων, τον καθορισμό σαφών χρήσεων γης και τη διαμόρφωση ενός λειτουργικού μοντέλου αξιοποίησης, που θα μπορεί να υποστηρίξει βιώσιμες επενδύσεις.
Η συγκυρία, ωστόσο, παραμένει απαιτητική όπως εξήγησε. Το αυξημένο κόστος κατασκευής, σε συνδυασμό με την έλλειψη εργατικού δυναμικού, δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις, ενισχύοντας την ανάγκη για ρεαλιστικά και καλά σχεδιασμένα έργα. Στόχος είναι τα ακίνητα που θα εισέλθουν στην αγορά να μην φέρουν “θόρυβο” ή αβεβαιότητες, αλλά να διαθέτουν πλήρη τεχνική και νομική ωριμότητα, επιτρέποντας την καθαρή αξιολόγηση των επενδυτικών προτάσεων.
Από το σύνολο των περίπου 100 ακινήτων που έχουν καταγραφεί, βρίσκεται σε εξέλιξη διαδικασία αξιολόγησης και ιεράρχησης, με γνώμονα χαρακτηριστικά όπως η τοποθεσία, η συνδεσιμότητα με υποδομές και το δυνητικό αναπτυξιακό αποτύπωμα. Στόχος είναι έως το 2026 να έχουν ωριμάσει περίπου 26 ακίνητα, τα οποία θα μπορούν να προχωρήσουν σε διαγωνιστικές διαδικασίες.
Η πρώτη φάση επικεντρώνεται στην παρουσίαση αξιόπιστων και ώριμων προτάσεων στην αγορά, με την προσδοκία ουσιαστικής ανταπόκρισης. Παράλληλα, η διαδικασία αυτή λειτουργεί ως μηχανισμός εξοικείωσης της αγοράς με νέα μοντέλα αξιοποίησης δημόσιας περιουσίας, ενισχύοντας τη συμμετοχή σε διαγωνισμούς και τη διαμόρφωση ενός πιο ώριμου επενδυτικού περιβάλλοντος.
Ακόμα αναφέρθηκε και στην ΕΤΑΔ λέγοντας ότι η καταγραφή και ενεργοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, σε συνεργασία με φορείς όπως η ΕΤΑΔ, αποτελεί κρίσιμο βήμα για τη μετάβαση σε ένα μοντέλο όπου η δημόσια γη αξιοποιείται συστηματικά, με στόχο να αποδίδει οικονομική και κοινωνική αξία, αποφεύγοντας φαινόμενα απαξίωσης και αδράνειας.