Connect with us

ΑΡΘΡΑ-ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Γ. Στουρνάρας: Η βιωσιμότητα ως προϋπόθεση για την πορεία μας στο μέλλον

bizness.gr

Published

on

Γιάννης Στουρνάρας στο Sustainability Summit

Στην έναρξη του τρίτου Sustainability Summit μίλησε ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, κ. Γιάννης Στουρνάρας. Στην ομιλία του, στάθηκε ιδιαίτερα γύρω από το ότι ο επαναπροσδιορισμός της ανάπτυξης είναι αναπόφευκτος και η έννοια της βιωσιμότητας έρχεται να τονίσει αυτό που λείπει σήμερα. Μία ισότιμη και παράλληλη ανάπτυξη τριών πυλώνων, της οικονομίας, του περιβάλλοντος και της κοινωνίας.

Αναλυτικά όσα υπογράμμισε:

«Η βιωσιμότητα δεν είναι πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση για την πορεία μας στο μέλλον. Ο επαναπροσδιορισμός της ανάπτυξης είναι αναπόφευκτος και η έννοια της βιωσιμότητας έρχεται να τονίσει αυτό ακριβώς που λείπει σήμερα, μία ισότιμη και παράλληλη ανάπτυξη τριών πυλώνων, της οικονομίας, του περιβάλλοντος και της κοινωνίας.

Η Ατζέντα 2030 των Ηνωμένων Εθνών, η οποία εγκρίθηκε από τους παγκόσμιους ηγέτες το 2015, αποτελεί το παγκόσμιο πλαίσιο βιωσιμότητας και θέτει 17 στόχους με σκοπό την εξάλειψη της φτώχειας και την επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης σε παγκόσμια κλίμακα έως το 2030, χωρίς αποκλεισμούς, εστιάζοντας στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την περιφερειακή και παγκόσμια σταθερότητα, τη διασφάλιση της «υγείας» του πλανήτη μας, τις δίκαιες και ανθεκτικές κοινωνίες και τις ευημερούσες οικονομίες.

Οι σημερινές κοινωνίες, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, αντιμετωπίζουν σημαντικές και παράλληλες προκλήσεις, όπως η ανεργία των νέων, η γήρανση του πληθυσμού, η μετανάστευση, τα περιβαλλοντικά προβλήματα και η κλιματική αλλαγή. Μέσα στο ευρωπαϊκό κοινωνικό πλαίσιο είναι κρίσιμο να επενδύουμε στους νέους, να προάγουμε τη διατηρήσιμη, περιβαλλοντικά ορθή και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη και να αμβλύνουμε τις ανισότητες, με στόχο την κοινωνική συνοχή.

Αντιμετωπίζοντας τις προκλήσεις αυτές μέσα από μοντέλα βιώσιμης ανάπτυξης μπορούμε να προσαρμοστούμε στην πολυπλοκότητα της σημερινής συνθήκης και να προετοιμαστούμε καλύτερα για το μέλλον.

Σε αυτό το πλαίσιο, μια κυκλική οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα είναι αναγκαία συνθήκη για την προάσπιση του φυσικού μας κεφαλαίου. Η καθαρή ενέργεια, η αποδοτική χρήση των πόρων, η επαναχρησιμοποίηση και η ελαχιστοποίηση της σπατάλης είναι αναγκαστικές και επείγουσες επιλογές, με θετική επίδραση στην παραγωγή, την απασχόληση, το κλίμα, τη φύση, τους φυσικούς πόρους και την κοινωνική ευημερία.

Επιπλέον, με ισχυρή ενίσχυση του «Τριγώνου της Γνώσης», το οποίο υποστηρίζει όλους σχεδόν τους στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης, οι προκλήσεις δύναται να μετατραπούν σε ευκαιρίες για νέες επιχειρήσεις και νέες θέσεις εργασίας.

Το «Τρίγωνο της Γνώσης», όπως εισήχθη στη στρατηγική της Λισαβόνας το 2000, συνδέει την εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία, αντικαθιστώντας την παραδοσιακή «μονόδρομη» ροή πληροφοριών με μία «αμφίδρομη» κυκλική ροή μεταξύ των τριών αυτών πυλώνων (Πανεπιστήμιο – Έρευνα – Επιχειρήσεις), συμβάλλοντας στην ενίσχυση της έρευνας και ανάπτυξης, στην αύξηση του αποθέματος γνώσης και παραγωγικού κεφαλαίου μέσω της προσέλκυσης επενδύσεων, στην ανάπτυξη εξωστρεφών κλάδων και στην προώθηση της οικονομίας και της κοινωνίας της γνώσης ευρύτερα.

Η παρούσα συγκυρία αναδεικνύεται ιδιαιτέρως σημαντική υπό το πρίσμα της κλιματικής αλλαγής. Έναν χρόνο μετά την παρουσία μου στο αντίστοιχο συνέδριο του 2018, το δεύτερο Sustainability Summit, το θέμα της κλιματικής αλλαγής έχει ανέβει ακόμα πιο ψηλά στην παγκόσμια ατζέντα, ενώ ο όρος κλιματική κρίση χρησιμοποιείται πλέον ευρέως για να δηλώσει τη σοβαρότητα της κατάστασης.

Παρόλη την αυξανόμενη παγκόσμια ανησυχία, οι δεσμεύσεις των κρατών για μειώσεις των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα δεν είναι ικανές να συγκρατήσουν την άνοδο της θερμοκρασίας στο στόχο του 1,5 βαθμού Κελσίου έως το 2100 – με το σενάριο των 3 βαθμών να φαίνεται πιθανότερο, τη στιγμή που είμαστε ήδη περίπου 1 βαθμό Κελσίου πάνω από τα επίπεδα της προβιομηχανικής περιόδου.

Η Τράπεζα της Ελλάδος είναι από τις πρώτες, αν όχι η πρώτη κεντρική τράπεζα που ασχολήθηκε και ασχολείται συστηματικά με το θέμα της κλιματικής αλλαγής. Το 2009 σύστησε την Επιτροπή Μελέτης Επιπτώσεων Κλιματικής Αλλαγής (ΕΜΕΚΑ), η οποία συνεχίζει όλα αυτά τα χρόνια να συμβάλλει με την έρευνά της στο κρίσιμο ζήτημα της αλλαγής του κλίματος.

Στόχος μας είναι η ανάδειξη των κινδύνων και των ευκαιριών που εκπορεύονται από την μεταβολή του κλίματος, καθώς οι μελέτες έχουν δείξει πως η κλιματική αλλαγή επηρεάζει σημαντικά την οικονομία και αναδεικνύεται ως βασική παράμετρος στη χάραξη των σχετικών πολιτικών.

Το μέχρι σήμερα έργο της ΕΜΕΚΑ έχει υπογραμμίσει τη σημασία ύπαρξης μιας συγκεκριμένης πολιτικής προσαρμογής, αναγκαίας ως μέτρου περιορισμού των ζημιών από την κλιματική αλλαγή. Για το λόγο αυτό, στο πλαίσιο Μνημονίου Συνεργασίας που υπογράψαμε με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας και την Ακαδημία Αθηνών, σχεδιάσαμε την Εθνική Στρατηγική για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή, και τώρα παρακολουθούμε την εφαρμογή της μέσα από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Life IP – Boosting the implementation of adaptation policy across Greece.

Το οκταετές αυτό πρόγραμμα αποτελεί σήμερα το σημαντικότερο έργο για την προσαρμογή της χώρας μας στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Τελεί υπό τον συντονισμό του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με τη συμμετοχή 19 φορέων, μεταξύ άλλων, της Ακαδημίας Αθηνών, του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Περιφερειών και Δήμων της χώρας. Στόχος του έργου είναι να υποστηριχθεί τόσο η διαδικασία σχεδιασμού όσο και η υλοποίηση των αναγκαίων μέτρων προσαρμογής σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο και να αποτελέσει μοχλό κινητοποίησης προκειμένου να προσαρμοστούμε στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής τα επόμενα χρόνια.

Εμβαθύνοντας στο ζήτημα της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, ίσως το σημαντικότερο που μπορούμε σήμερα να κάνουμε είναι να εκπαιδεύσουμε τους νέους. Η κλιματική παιδεία έχει ζωτική σημασία στο πλαίσιο της παγκόσμιας προσπάθειας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, διότι βοηθά τους νέους να κατανοήσουν τις επιπτώσεις της υπερθέρμανσης του πλανήτη και παράλληλα τους εμπνέει να προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους και γίνουν φορείς της αλλαγής που χρειάζεται, ενώ περιορίζει τα περιθώρια αμφισβητήσεων σχετικά με αυτό το σοβαρό θέμα.

Γι’ αυτούς τους λόγους, η Τράπεζα της Ελλάδος προωθεί ενεργά την κλιματική παιδεία και έχει οργανώσει κατά την τελευταία δεκαετία μεγάλο αριθμό συνεδρίων, εργαστηρίων, σεμιναρίων, συζητήσεων, ακόμη και δημόσια διαβούλευση για θέματα κλιματικής αλλαγής και ενέργειας στο πλαίσιο της Διάσκεψης των Παρισίων το 2015.
Η πιο πρόσφατη δράση μας για την κλιματική παιδεία είναι το μνημόνιο συνεργασίας με το Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας, το οποίο μας φιλοξενεί στις εγκαταστάσεις του σήμερα, για το σχεδιασμό και την υλοποίηση εκπαιδευτικού προγράμματος για μαθητές, με βάση το ερευνητικό έργο της ΕΜΕΚΑ. Εκπαιδεύοντας τη νεολαία, ενδυναμώνουμε τη νέα γενιά, που θα είναι περισσότερο εκτεθειμένη στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, ώστε να αναλάβει δράση και να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που σχετίζονται με το κλίμα και να οικοδομήσει μια νέα βιώσιμη συνθήκη για την κοινωνία.

Μακροπρόθεσμα, η βιωσιμότητα της κοινωνίας σχετίζεται άμεσα με τη διαχείριση των κινδύνων από την κλιματική αλλαγή και τη μετάβαση σε μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία. Στην προσπάθεια να επιτευχθεί οικονομική ανάπτυξη σε ισορροπία με την προστασία του περιβάλλοντος και την κοινωνική ευημερία, ο ρόλος του χρηματοπιστωτικού συστήματος (τράπεζες και άλλα ιδρύματα, όπως ασφαλιστικές επιχειρήσεις, επιχειρήσεις επενδύσεων, κ.ά.) πρέπει να είναι καταλυτικός.

Η σωστή εκτίμηση και η εποπτεία των χρηματοοικονομικών κινδύνων, που πηγάζουν από τη μετάβαση σε μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία, είναι σημαντικοί παράγοντες για την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης και τη διαφύλαξη της σωστής λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Για αυτούς τους λόγους, οι κεντρικές τράπεζες υποστηρίζουν τη διαφάνεια και τη δημοσιοποίηση στοιχείων που θα επιτρέψουν στις αγορές να αναλάβουν ηγετικό ρόλο σ’ αυτή τη διαδικασία, ώστε, με σωστή πληροφόρηση, να ενσωματώνουν στις τιμές το κόστος του επιχειρείν, τον κίνδυνο που συνδέεται με την κλιματική αλλαγή, και κυρίως να αξιολογούν νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες. Ο μετασχηματισμός της παγκόσμιας οικονομίας, στο πλαίσιο της απεξάρτησης του ενεργειακού συστήματος από τον άνθρακα, δεν μπορεί παρά να έχει θετικό πρόσημο.

Ειδικότερα, ο τραπεζικός τομέας μπορεί και πρέπει να ηγηθεί της προσπάθειας για ένα βιώσιμο μέλλον κατευθύνοντας κεφάλαια σε δράσεις που αποφέρουν θετικά αποτελέσματα για την κοινωνία και καθοδηγώντας τους πελάτες του στην ορθή διαχείριση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών προκλήσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι Αρχές Υπεύθυνης Τραπεζικής (Responsible Banking Principles – UNEP Finance Initiative), οι οποίες υπεγράφησαν στο τέλος του προηγούμενου μήνα στη Νέα Υόρκη, στο πλαίσιο της Συνόδου Κορυφής των Ηνωμένων Εθνών με θέμα τη Δράση για το Κλίμα, επιδιώκουν να καθορίσουν το ρόλο και τις ευθύνες του τραπεζικού τομέα στη διαμόρφωση ενός βιώσιμου μέλλοντος. Οι 130 τράπεζες από 49 χώρες που τις υπέγραψαν δεσμεύονται να ευθυγραμμίσουν την επιχειρηματική τους στρατηγική με τους στόχους της παγκόσμιας κοινότητας, όπως αυτοί παρουσιάζονται στους 17 Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών και στη Συμφωνία των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή.

Οι Αρχές, ως ένας τραπεζικός οδικός χάρτης προς τη βιώσιμη ανάπτυξη, θέτουν παγκόσμιους όρους αειφορίας, αποσκοπώντας στη δημιουργία αξίας τόσο για τους μετόχους των τραπεζών όσο και για την κοινωνία. Μεταξύ άλλων, προσδιορίζουν τα κριτήρια για την υπεύθυνη και αειφόρο τραπεζική μέσα από την ολιστική αξιολόγηση των κινδύνων και των ευκαιριών που πηγάζουν από τις δραστηριότητες των τραπεζών. Επίσης, ενθαρρύνουν τις τράπεζες να υπολογίζουν και να δημοσιοποιούν τον αντίκτυπο, θετικό ή αρνητικό, στην κοινωνία και το περιβάλλον από τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που προσφέρουν.

Την ίδια στιγμή, οι κεντρικές τράπεζες έχουν πλέον εντατικοποιήσει την ενασχόλησή τους με το θέμα της κλιματικής αλλαγής, με πιο σημαντική την πρωτοβουλία σύστασης του Δικτύου Κεντρικών Τραπεζών και Εποπτικών Αρχών για ένα Πράσινο Χρηματοοικονομικό Σύστημα (Network of Central Banks and Supervisors for Greening the Financial System – NGFS) στο οποίο συμμετέχει και η Τράπεζα της Ελλάδος.

Πρόκειται για ένα δίκτυο που έχει συσταθεί με σκοπό την ενίσχυση της παγκόσμιας προσπάθειας για την επίτευξη των στόχων της Συμφωνίας των Παρισίων και την ενδυνάμωση του ρόλου του χρηματοπιστωτικού συστήματος στον αγώνα για τη βιώσιμη και αειφόρο ανάπτυξη. Μέλη του Δικτύου είναι σήμερα κεντρικές τράπεζες χωρών που αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 50% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ενώ συμμετέχουν επίσης το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Είναι νομίζω πλέον αυτονόητο για ποιο λόγο οι κεντρικές τράπεζες σήμερα ενδιαφέρονται για τη βιώσιμη ανάπτυξη: διότι χρηματοοικονομική σταθερότητα χωρίς βιωσιμότητα του αναπτυξιακού μοντέλου απλώς δεν νοείται.

Μεγάλο μέρος της παγκόσμιας χρηματοδότησης για την κλιματική δράση προορίζεται για το μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, μέσω της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και της μετάβασης σε οικονομία μηδενικού άνθρακα, μέσω της ενεργειακής αποδοτικότητας και εξοικονόμησης και της ανάπτυξης στρατηγικών για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κρίσιμη είναι όμως και η χρηματοδότηση της ανθεκτικότητας και της προσαρμογής στις μεταβολές του κλίματος, τη στιγμή που μεγάλο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού αντιμετωπίζει ήδη τις συνέπειες των ακραίων καιρικών φαινομένων.

Σύμφωνα με έκθεση της Global Commission on Adaptation, την οποία υπογράφουν ο Ban Ki-moon, η Kristalina Georgieva και ο Bill Gates, οι επενδύσεις που χρειάζονται για την ενίσχυση της παγκόσμιας ανθεκτικότητας και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή φτάνουν τα 1,8 τρισεκ. δολάρια, τα οποία μέσα στην επόμενη δεκαετία υπολογίζεται πως θα συμβάλλουν σε 7,1 τρισεκ. δολάρια «τριπλού οφέλους» – οικονομικό όφελος από την μείωση του κλιματικού κινδύνου, την αποφυγή ζημιών και εν τέλει το συνολικό περιβαλλοντικό και κοινωνικό όφελος.

Για τους υπολογισμούς αυτούς, η έκθεση εστιάζει σε πέντε κρίσιμους τομείς: τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, τις ανθεκτικές στην κλιματική αλλαγή υποδομές, τις βελτιωμένες γεωργικές καλλιέργειες, την προστασία των δασών θαλάσσιων τροπικών και υποτροπικών περιοχών (mangrove forests) και τις επενδύσεις στην ανθεκτικότητα των υδάτινων πόρων.

Παρόλο που οι επενδύσεις στην ανθεκτικότητα και τις δράσεις προσαρμογής έχουν σαφή οικονομικά οφέλη, τις περισσότερες φορές απαιτούν σημαντική εμπροσθοβαρή χρηματοδότηση πριν αποκομίσουν μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα κέρδη. Παράλληλα, οι επενδύσεις αυτές δεν δημιουργούν βραχυπρόθεσμο κέρδος για την προσέλκυση ιδιωτών επενδυτών. Χρειάζεται επομένως ο δημόσιος τομέας να εντείνει τις προσπάθειες χρηματοδότησης και δημιουργίας κινήτρων για την αύξηση της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα στις επενδύσεις προσαρμογής.

Επιπλέον, ο ιδιωτικός τομέας χρειάζεται να αναγνωρίζει πως και η δική του βιωσιμότητα βασίζεται στη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα της κοινωνίας και του περιβάλλοντος στο οποίο λειτουργεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της εταιρείας BASF όπου η πτώση της στάθμης του ποταμού Ρήνου στη Γερμανία, λόγω της μεταβολής του κλίματος, οδήγησε σε σημαντικές δυσκολίες ανεφοδιασμού με πρώτες ύλες και εν τέλει, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, στην κατακόρυφη πτώση των κερδών της εταιρείας για το 2018.

Σε αυτό το πλαίσιο αναδεικνύεται ιδιαιτέρως κρίσιμη και η συνδρομή του ασφαλιστικού τομέα. Η ασφαλιστική βιομηχανία μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, λειτουργώντας είτε ως μηχανισμός προσαρμογής, μέσω της απορρόφησης ζημιών από τη διάθεση κατάλληλων ασφαλιστικών προγραμμάτων, είτε ως μηχανισμός μετριασμού της κλιματικής αλλαγής, μέσω της κατάλληλης επιλογής των επενδύσεων προς δραστηριότητες που στηρίζουν τους κλιματικούς στόχους.

Οι εκτιμήσεις των κλιματικών υποδειγμάτων τεκμηριώνουν την τάση αύξησης της συχνότητας, της έντασης, της χωρικής επίδρασης και της διάρκειας των ακραίων καιρικών φαινομένων (ιδιαίτερα καυσώνων, έντονων βροχοπτώσεων, ξηρασιών και τροπικών κυκλώνων). Η αύξηση της έκθεσης στα ακραία καιρικά φαινόμενα, και συνεπώς της τρωτότητας ευάλωτων πληθυσμών παγκοσμίως, θα οδηγήσει σε αυξημένες πιέσεις για μηχανισμούς αποφυγής, μετριασμού και αποκατάστασης των ζημιών και συνεπώς για πολιτικές μετακύλισης και επιμερισμού του κινδύνου. Για το λόγο αυτό, οι πολιτικές της ασφάλισης κλιματικού κινδύνου μπορούν και πρέπει να βρίσκονται στο επίκεντρο της στρατηγικής της βιώσιμης ανάπτυξης.

Επίσης, τα τελευταία χρόνια κριτήρια βιωσιμότητας εφαρμόζουν πλέον και οι εταιρείες στις διαδικασίες τους. Τα κριτήρια ESG – Περιβαλλοντικά (Environmental), Κοινωνικά (Social) και Εταιρικής Διακυβέρνησης (Governance) έχουν πλέον σημαντική απήχηση και αποτυπώνουν την ορθότητα των εταιρικών διαδικασιών σε θέματα όπως οι περιβαλλοντικές πρακτικές, η διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού και των πελατών, η ηγεσία της εταιρείας και ο εσωτερικός έλεγχος. Η υιοθέτηση αυτών των κριτηρίων είναι προϋπόθεση βιώσιμης ανάπτυξης και δημιουργίας αξίας μακροπρόθεσμα.

Καθώς τα κριτήρια αυτά χαρακτηρίζουν και αξιολογούν τη συνεισφορά στη βιώσιμη ανάπτυξη ενώ οι εταιρείες επιλέγουν την υιοθέτησή τους για να βελτιώσουν την αξιοπιστία τους και να δημιουργήσουν θετικό αποτύπωμα. Ακόμη και εταιρείες που η παραδοσιακή τους ενασχόληση εναντιώνεται στις αρχές της βιωσιμότητας, όπως για παράδειγμα οι εταιρείες ορυκτών καυσίμων, προσπαθούν να υιοθετήσουν βιώσιμα μοντέλα, προς όφελος όλων, της εταιρείας, των μετόχων και του πλανήτη.

Επιπλέον, τα κριτήρια αυτά είναι ιδιαίτερα σημαντικά για τις πιθανές επενδύσεις καθώς οι τρέχουσες πρακτικές στα επενδυτικά χαρτοφυλάκια και οι ίδιοι οι επενδυτές επιλέγουν όλο και περισσότερο με βάση τα κριτήρια ESG, τόσο για τη διαχείριση του κινδύνου από την κλιματική κρίση, όσο και για τη θετική τους περιβαλλοντική επίδραση και τη δημιουργία αξίας για την κοινωνία. Αξίζει να σημειωθεί πως η εφαρμογή των κριτηρίων αυτών έχει δείξει πως δεν θυσιάζει τις αποδόσεις.

Με αυτόν τον τρόπο οι βιώσιμες επενδυτικές πρακτικές αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία, τη στιγμή που οι σχετικές πολιτικές αναδεικνύουν τα κριτήρια ESG σε μία σημαντική παράμετρο, επιβραβεύοντας έτσι τις βιώσιμες και υπεύθυνες πρακτικές των επιχειρήσεων.

Θα ήθελα να επισημάνω πως οι τρέχουσες εξελίξεις και η επιστημονική έρευνα επιβεβαιώνουν ότι απαιτείται μια δυναμική στρατηγική και ένα ισχυρό πλαίσιο για την αντιμετώπιση των σημερινών προκλήσεων της κλιματικής κρίσης και της βιωσιμότητας συνολικά. Υπάρχει ακόμα χρονικό περιθώριο για να αναλάβουμε ουσιαστική δράση για την κλιματική αλλαγή, αλλά δυστυχώς οι σχετικές πολιτικές καθυστερούν σημαντικά.

Για να διατηρηθεί η θερμοκρασία στο στόχο του +1,5 βαθμού Κελσίου έως το 2100 χρειάζεται μία μεγάλη – άνευ προηγουμένου – κινητοποίηση, δράση και συνεργασία όλων. Η συνεργασία είναι εξάλλου ο 17ος, ο τελευταίος και ίσως ο πιο θεμελιώδης, στόχος των Ηνωμένων Εθνών για τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Προκειμένου να γίνει αντιληπτή η προσαρμογή που απαιτείται και τα διλήμματα πολιτικής που τίθενται, πολλοί αναλυτές παραπέμπουν στη σχετική μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) που δόθηκε στη δημοσιότητα την περασμένη Πέμπτη και προκάλεσε μεγάλη αίσθηση. Διότι στη μελέτη αυτή προτείνεται η άμεση επιβολή φόρου στον άνθρακα, με αύξηση στα 75 δολάρια ανά τόνο το 2030, ως το πλέον αποτελεσματικό μέτρο προκειμένου να διατηρηθεί η θερμοκρασία κάτω από τους +2 βαθμούς Κελσίου έως το 2100.

Παράλληλα όμως, το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι μια τέτοια αύξηση θα είναι δυσβάσταχτη για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ειδικότερα για τις φτωχές χώρες, και παραθέτει ως λύση στο πρόβλημα το παράδειγμα της Σουηδίας: Η Σουηδία αύξησε σταδιακά, σε μια μακρά χρονική περίοδο, τον φόρο άνθρακα, από 28 δολάρια τον τόνο το 1991 σε 127 δολάρια φέτος, μαζί με μειώσεις άλλων έμμεσων και άμεσων φόρων και αυξήσεις κοινωνικών δαπανών και επιδομάτων κάθε είδους για να αντισταθμίσει το κοινωνικό κόστος για τους οικονομικά ασθενέστερους.

Αυτή η μελέτη του ΔΝΤ δείχνει ανάγλυφα το μέγεθος του προβλήματος και τις οικονομικές και κοινωνικές επιλογές που αντιμετωπίζουν οι κυβερνήσεις εάν πραγματικά στοχεύουν στη διατήρηση της θερμοκρασίας στο στόχο του +1,5 βαθμού Κελσίου έως το 2100. Οπότε, το ερώτημα προς την επιστημονική κοινότητα είναι το εξής: Υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση εάν ο στόχος του +1,5 βαθμού Κελσίου θεωρηθεί αδιαπραγμάτευτος;».

ΑΡΘΡΑ-ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Brexit: Τι θα συμβεί μετά την εφαρμογή του

bizness.gr

Published

on

Brexit 2

Με την προϋπόθεση πως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δίνει επίσης το πράσινο φως, το Ηνωμένο Βασίλειο θα εγκαταλείψει επισήμως την ΕΕ στις 31 Ιανουαρίου με συμφωνία αποχώρησης.

Ωστόσο, αυτό είναι μόνο το επόμενο βήμα στη διαδικασία Brexit. Μετά την αποχώρησή του, το Ηνωμένο Βασίλειο θα εισέλθει σε μια μεταβατική περίοδο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2020.

Όπως επισημαίνει σε άρθρο του ο Γιάννης Κλεώπας, Διευθύνων Σύμβουλος της Kleopas Alliott Business Consultants, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι εμπορικές σχέσεις του Ηνωμένου Βασιλείου με την ΕΕ θα παραμείνουν οι ίδιες, ενώ οι δύο πλευρές θα διαπραγματευτούν μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να συμφωνηθούν πολλές άλλες πτυχές των μελλοντικών σχέσεων του Ηνωμένου Βασιλείου με την ΕΕ – συμπεριλαμβανομένης της επιβολής των διαφόρων νόμων και κανονισμών, της ανταλλαγής δεδομένων και της ασφάλειας.

Αν η εμπορική συμφωνία είναι έτοιμη εγκαίρως, η νέα σχέση του Ηνωμένου Βασιλείου με την ΕΕ μπορεί να ξεκινήσει αμέσως μετά τη μετάβαση δηλαδή την 1/1/21. Εάν όχι, το Ηνωμένο Βασίλειο θα αντιμετωπίσει την προοπτική να πραγματοποιήσει συναλλαγές χωρίς συμφωνία. Αυτό θα σήμαινε αυτομάτως ελέγχους και δασμούς για εμπορεύματα του Ηνωμένου Βασιλείου που ταξιδεύουν στην ΕΕ.

Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου είναι αισιόδοξη ότι μια συμφωνία μπορεί να επιτευχθεί εγκαίρως και αποκλείει προς το παρόν επίσης κάθε μορφή επέκτασης της μεταβατικής περιόδου. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από την άλλη πλευρά, προειδοποίησε ότι το χρονοδιάγραμμα θα είναι εξαιρετικά περιορισμένο.

Εάν επιτευχθεί μια εμπορική συμφωνία, αλλά παραμένουν εκκρεμότητες σε άλλους τομείς – όπως το μέλλον της συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας – τότε θα συνεχιστεί η συζήτηση ενώ θα εφαρμόζεται η εμπορική συμφωνία.

Στον διεθνή τύπο έχουν δημοσιευθεί αναφορές σύμφωνα με τις οποίες, η ΕΕ θα μπορούσε να απειλήσει με περιορισμούς ή και αποκλεισμό την Λονδίνο, την πρωτεύουσα της χρηματαγοράς της χώρας, από τις ευρωπαϊκές χρηματαγορές, εκτός εάν το Ηνωμένο Βασίλειο συμφωνήσει να παραμείνει ευθυγραμμισμένο με τους κανονισμούς της ΕΕ και μετά το Brexit.

Continue Reading

ΑΡΘΡΑ-ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Τέλος εποχής: Η κληρονομιά που αφήνει η δεκαετία που τελειώνει, αποτυχίες και υποσχέσεις

Avatar

Published

on

Υποδομές, δρόμοι

Η δεκαετία του 2010 ήταν σίγουρα μία από αυτές που οι ιστορικοί του μέλλοντος θα αναφερθούν. Η οικονομική και κοινωνική κρίση που σάρωσε την Ελλάδα, την άλλαξε ριζικά. Στον κλάδο των κατασκευών και των μεταφορών ήρθαν επίσης εντυπωσιακές αλλαγές τόσο στον επιχειρηματικό όσο και στον χάρτη των διαθέσιμων υποδομών. Πολλές φορές λέμε ότι ήταν μία χαμένη δεκαετία. Η πραγματικότητα είναι πως μπορεί η κρίση να διέλυσε πολλές δομές της χώρας και να δοκίμασε πολλές φορές τις αντοχές της, όμως είναι η δεκαετία που η χώρα έκανε μεγάλες προσθέσεις στις υποδομές.

Σήμερα, τελευταία μέρα της δεκαετίας θα επιχειρήσουμε να κάνουμε μία βουτιά στο τι συνέβη, τι έγινε. Πόσο κερδισμένοι και πόσο χαμένοι βγήκαμε ως έθνος; Η χώρα σε τι επίπεδο βρίσκεται σήμερα σε σχέση με 10 χρόνια πριν;

Για να το κάνουμε αυτό θα πρέπει να γυρίσουμε τον χρόνο 10 χρόνια πριν. Στα τέλη του 2009, η Ελλάδα χωρίς και η ίδια να το αντιλαμβάνεται, εισέρχεται σε μία κρίση άνευ προηγουμένου. Ωστόσο προς το παρόν ζει ακόμα τις τελευταίες “χρυσές” μέρες, με το δανεικό και τελικά πανάκριβο χρήμα να ρέει άφθονο.

ΟΙ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΤΟΥ 2009

Εδώ σε αυτή τη στάση θα δούμε πως η χώρα έχει ξεκινήσει τη δημιουργία του δικτύου αυτοκινητόδρομου. Στα δημοσιεύματα της εποχής, η αρχή ολοκλήρωσης τους ξεκινά το 2011 και τα τελευταία τμήματα θα παραδοθούν το 2013. Προς το παρόν χαίρεται την ολοκλήρωση του μεγάλου άξονα της Εγνατίας Οδού. Με 670 χιλιόμετρα παραμένει μέχρι σήμερα ο μεγαλύτερος αυτοκινητόδρομος της χώρας μας.

Στο λιμάνι του Πειραιά, μόλις έχει συντελεστεί η πρώτη φάση της ιδιωτικοποίησης, εν μέσω μεγάλων αντιδράσεων. Η κινεζική COSCO, αναλαμβάνει τις τύχες των προβλητών 2 και 3. H αντίστοιχη ιδιωτικοποίηση στη Θεσσαλονίκη έχει στεφθεί με αποτυχία. Η διακίνηση εμπορευματοκιβωτίων και στα δύο λιμάνια αγγίζει τα 1,2εκατ.τεμάχια.

Όλα τα υπόλοιπα λιμάνια παραμένουν κρατικά.

Τα αεροδρόμια της χώρας παραμένουν κρατικά, εκτός από εκείνο της Αθήνας που έχει ανοίξει τις πύλες του το 2001. Ο τότε υπουργός ΠΕΧΩΔΕ, Γιώργος Σουφλιάς, έχει εξαγγείλει τη δημοπράτηση ως έργο-παραχώρησης του αεροδρομίου Ηρακλείου, στην περιοχή του Καστελίου.

Στα μεγάλα σιδηροδρομικά έργα, γίνεται λόγος για ολοκλήρωση του σιδηροδρομικού ΠΑΘΕΠ μέχρι το 2015 με διπλή ηλεκτροκινούμενη γραμμή από την Πάτρα μέχρι την Αθήνα και από εκεί μέχρι τη Θεσσαλονίκη και την Ειδομένη. Τα έργα ωστόσο που έχουν ξεκινήσει είναι μέχρι το Αίγιο ενώ στην κεντρική σιδηροδρομική αρτηρία υπάρχουν σοβαρά προβλήματα στη διάνοιξη των σηράγγων σε Καλλίδρομο και Όθρυς. Ηλεκτροκίνηση λειτουργεί μόνο στο τμήμα Παλαιοφάρσαλος-Λάρισα-Θεσσαλονίκη.

Στον Προαστιακό της Αθήνας, σε εξέλιξη είναι έργα για τη δημιουργία τετραπλού διαδρόμου από τους Αγίους Ανάργυρους μέχρι την Αττική Οδό. Η προσθήκη σταθμών συνεχίζεται, αν και το δίκτυο είναι μικρό. Τα δρομολόγια είναι αραιά και η μόνη γραμμή που δείχνει να έχει προοπτική είναι αυτή προς Κιάτο.

Στις αστικές συγκοινωνίες το νεαρό Μετρό της Αθήνας, το καμάρι της πόλης, είναι αποτελεσματικό, με συχνά δρομολόγια και επεκτάσεις που είναι σε εξέλιξη. Τρέχουν οι επεκτάσεις της Γραμμής 2 προς Ελληνικό και Ανθούπολη και της Γραμμής 3 προς Αγία Μαρίνα. Την ίδια εποχή τρέχουν οι εργολαβίες για την προσθήκη των σταθμών της Γραμμής 3 Χολαργός, Νομισματοκοπείο, Αγία Παρασκευή.

Ο στόλος λεωφορείων και τρόλεϊ της Αθήνας είναι σχετικά μικρός με πιο πρόσφατη προμήθεια τους το 2005. Τηλεματική δεν υπάρχει και το χάρτινο εισιτήριο (μαζί με όλες τις αμφιβολίες για την αποδοτικότητα του) κυριαρχεί.

Στη Θεσσαλονίκη τα έργα Μετρό έχουν κλείσει 3,5 χρόνια. Ο ορίζοντας ολοκλήρωσης της βασικής γραμμής είναι για τον Οκτώβριο του 2012, όμως τα πρώτα σύννεφα για την έγκαιρη ολοκλήρωση έχουν ήδη φανεί στον ορίζοντα. Ξεκινά η δημοπράτηση για την πρώτη επέκταση του μέσου στην Καλαμαριά. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές είναι στο επίκεντρο και οι δύο Μετροπόντικες έχουν μόλις ξεκινήσει τη διάνοιξη των 9,6χλμ. διπλής υπόγειας γραμμής.

Ο ΟΑΣΘ παραμένει ο βασιλιάς των συγκοινωνιών της πόλης με τις παχυλές επιδοτήσεις να ρέουν άφθονες.

Στο τέλος της προηγούμενης δεκαετίας, η Ελλάδα με ορμή από την εποχή των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, τρέχει να δημιουργήσει υποδομές, ακόμα όμως δεν τις έχει. Το σημαντικότερο στοιχείο που μπορεί κάποιος να διαπιστώσει είναι πως όλα αυτά τα έργα που είναι τότε σε εξέλιξη δεν φαίνεται να είναι βάσει ενός δομημένου εθνικού στρατηγικού σχεδίου, αλλά διασκορπισμένες ανάγκες φορέων και υπουργείων, πολιτικής και επιδιώξεων.

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΝΕΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ

Γυρίζοντας στο σήμερα, στις στάχτες (ίσως λίγο υπερβολικός ο όρος αλλά ειδικά στον κατασκευαστικό κλάδο η συντριβή μεγάλου μέρους των επιχειρήσεων ήταν άνευ προηγουμένου για χώρα της Ευρώπης σε καιρό ειρήνης) της κρίσης η χώρα δείχνει όχι μόνο αναγεννημένη αλλά και με μία κληρονομιά που της άφησε η προηγούμενη δεκαετία σε έργα.

Στην πραγματικότητα ο όρος χαμένη δεκαετία, δεν αναφέρεται στο γεγονός ότι δεν έγιναν τομές στις υποδομές, είναι ότι περιοριστήκαμε ως χώρα σε μία δύσκολη προσπάθεια να ολοκληρώσουμε υποδομές που σχεδιάστηκαν και ξεκίνησαν την προηγούμενη δεκαετία, αδυνατώντας να τρέξουμε νέες υποδομές μέσα στην δεκαετία που τελειώνει. Κάπως έτσι δικαιολογείται ο όρος της “χαμένης δεκαετίας”.

Η κληρονομιά που αφήνει η δεκαετία του 2010 στη νέα, απαλλαγμένη από πολλά βαρίδια δεκαετία του 2020 είναι μεγάλη και χρίζει προσεκτικής και με σχέδιο αντιμετώπισης και εκμετάλλευσης από την πολιτεία και τους φορείς.

Η Ελλάδα διαθέτει ένα μεγάλο δίκτυο αυτοκινητοδρόμων άνω των 2.200χλμ (από περίπου 1.000 πριν 10 χρόνια) και σε εξέλιξη έργα για άλλα 150χλμ. Στην ουρά για υλοποίηση παραμένουν νέα έργα για επιπλέον 310χλμ (ΒΟΑΚ, βόρειο τμήμα Ε65, επεκτάσεις Αττικής Οδού).

Τα αεροδρόμια της χώρας είναι σε μεγάλο βαθμό ιδιωτικά. 14 περιφερειακά αεροδρόμια (μεταξύ των οποίων εκείνα της Θεσσαλονίκης, Ρόδου, Χανίων, Μυκόνου, Κέρκυρας), πέρασαν από το 2017 στη Fraport Greece η οποία επενδύσει 415εκατ.ευρώ για την πλήρη ανακαίνιση και αναβάθμιση τους. Φέτος ξεπέρασαν τους 30εκατ.επιβάτες με το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης να κάνει νέο απόλυτο ρεκόρ.

Ολοκληρώθηκε μετά από δεκαετίες έργων η βασική διπλή σιδηροδρομική γραμμή με ηλεκτροκίνηση μεταξύ Αθήνας-Θεσσαλονίκης εγκαινιάζοντας μία νέα εποχή για τον σιδηρόροδρομο. Ήδη τα πρώτα δείγματα ανάπτυξης των σιδηροδρομικών μεταφορών είναι ελπιδοφόρα. Ιδιωτικές εταιρείες εισήλθαν με κυριότερες της Rail Cargo Goldair και Pearl. Λίγο πριν την έναρξη λειτουργίας μετά από 10 χρόνια είναι και η διπλή γραμμή Κιάτο-Αίγιο.

Το αεροδρόμιο της Αθήνας έχει διπλασιάσει την επιβατική του κίνηση φτάνοντας φέτος το εκπληκτικό νούμερο των 25,5εκατ.επιβατών, με εντυπωσιακή δυναμική και στην αρχή μεγάλων επενδύσεων για την επέκταση του. Η σύμβαση παραχώρησης επεκτάθηκε για 20 χρόνια (μεχρι το 2046) και τρέχει παράλληλα διαγωνισμός για την πώληση επιπλέον ποσοστού 30%.

Το λιμάνι του Πειραιά πλήρως ιδιωτικοποιημένο κάνει άλματα. Ξεπερνώντας φέτος τα 5,5εκατ. εμπορευματοκιβώτια είναι η ατμομηχανή των μεταφορών της χώρας αναδεικνύοντας το γεωστρατηγικό ρόλο της Ελλάδας μέσα στην Ευρώπη. Σε διαγωνισμό είναι ένας μεγάλος προβλήτας κρουαζιέρας και επενδύσεις άνω των 600εκατ.ευρώ. Οι προοπτικές του δε φαίνονται εξαιρετικά μεγάλες.

Στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, ιδιωτικοποιημένο επίσης εδώ και 1,5 έτος, δείχνει να ξεκινά μία νέα εποχή. Φέτος αναμένεται ρεκόρ στη διακίνηση εμπορευματοκιβωτίων, η εκκίνηση επενδύσεων 200εκατ.ευρώ με αιχμή τον 6ο Προβλήτα είναι πολύ κοντά και η αισιοδοξία ότι η πόλη μέσω του λιμανιού θα ανορθωθεί είναι μεγάλη.

Στις αστικές συγκοινωνίες, μέσα στην τρέχουσα δεκαετία, ολοκληρώθηκαν οι επεκτάσεις προς Ελληνικό, Ανθούπολη, Αγία Μαρίνα και η προσθήκη των σταθμών Χολαργός, Νομισματοκοπείο και Αγία Παρασκευή και τρέχει η επέκταση Μετρό και Τραμ προς Πειραιά.

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΠΟΤΥΧΙΕΣ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ

Μαζί με τις μεγάλες επιτυχίες και κληρονομιές, η δεκαετία του 2010 αφήνει και ανοιχτές πληγές στον τομέα των μεγάλων υποδομών.

Η πιο τρανταχτή είναι η ολοκλήρωση του Μετρό Θεσσαλονίκης. Έχοντας στην πλάτη του 13,5 χρόνια έργων, αποτελεί μία εθνική αποτυχία η μη λειτουργία του. Θα πρέπει να περιμένουμε τουλάχιστον 3,5 χρόνια ακόμα μέχρι να δούμε τα πρώτα δρομολόγια. Η περίπτωση του σταθμού ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ μάλλον αποτελεί case study αποφυγής στην βιομηχανία παραγωγής δημόσιων έργων.

Αποτυχία αποτελεί και η ακόμα και σήμερα ασυνεννοησία για να φτάσει το τρένο στην Πάτρα. Είναι αδιανόητο η τρίτη μεγαλύτερη πόλης της Ελλάδας, σημαντικό λιμάνι προς τη δύση να παραμένει εκτός δικτύου και εκτός προοπτικών, λόγω μικροπολιτικών και πολλές φορές απερίσκεπτων πολιτικών.

Μεγάλη αποτυχία είναι και η υπόθεση του αυτοκινητόδρομου Πάτρα-Πύργος. Από το 2013 όταν και ξεριζώθηκε από την Ολυμπία Οδό, μέχρι και σήμερα, έξι χρόνια μετά, παραμένει μία εθνική καρμανιόλα. Εδώ ας προσθέσουμε και τον ΒΟΑΚ, την ανοιχτή πληγή της Κρήτης αλλά και την Αμβρακία Οδό. Είναι ακόμα μερικά παραδείγματα της προχειρότητας με την οποία διαχειριζόμαστε πολλές φορές, εθνικές στρατηγικές υποδομές.

Αποτυχίες μπορούν να κριθούν και οι μεγάλες καθυστερήσεις στις επεκτάσεις Μετρό και Τραμ προς Πειραιά. Ειδικά στην περίπτωση του Τραμ, όταν στην Ευρώπη απαιτούνται περίπου 2 χρόνια για την κατασκευή και λειτουργία αντίστοιχων επεκτάσεων, εμείς κατορθώσαμε να φτάσουμε στα 7 χρόνια κατασκευών, σπάζοντας μάλλον το παγκόσμιο ρεκόρ καθυστέρησης για έργο Τραμ στην Ευρώπη.

Αποτυχία μπορεί να θεωρηθεί και η μη συμφωνία για ένα σχέδιο επέκτασης της Αττικής Οδού στους κορεσμένους δρόμους της Αττικής. Έχουμε δει τουλάχιστον 5 διαφορετικά πλάνα από το 2001 και μέχρι σήμερα το αποτέλεσμα είναι μηδενικό.

Μικρότερου βεληνεκούς αποτυχία είναι και η Γραμμή 4 του Μετρό της Αθήνας. Χρειαστήκαμε 14 χρόνια από την πρώτη εξαγγελία.

Αποτυχία αποτελεί και η αδυναμία προμήθειας νέων αστικών λεωφορείων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Γέρικα, κακοσυντηρημένα, αποτελούν άθλο για εργαζόμενους και επιβάτες στις καθημερινές μετακινήσεις. Στη Θεσσαλονίκη η κατάσταση περιγράφεται ως άνευ προηγουμένου. Χρειάζεται επειγόντως να τρέξει ένας μεγάλος διαγωνισμός.

ΟΙ ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΗΝΕΙ Η ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 2010

Οι υποσχέσεις που αφήνει η δεκαετία του 2010 είναι μεγάλες. Με σημαντικές υποδομές, με έργα που είναι σε εξέλιξη ή σχεδιασμό, πέρα από τις κατά τόπους αποτυχίες (άλλωστε ποια χώρα έχει επιτύχει 100% στα σχέδια ανάπτυξης της;) αυτή τη στιγμή η δυναμική της Ελλάδας στο πεδίο των υποδομών και των μεταφορών αλλά και εν γένει των επενδύσεων είναι μεγάλη.

Μεγαλύτερη ελπίδα είναι το γεγονός ότι το Κράτος έπαψε να είναι ο μοναδικός παίκτης στις συγκοινωνιακές υποδομές (με τις αγκυλώσεις, τις αναστολές και την έλλειψη οράματος) και άφησε πεδίο στην αγορά για να μπορέσει να δείξει την αξία της και να επενδύσει στη χώρα.

Οι μεταφορές με τις υποδομές που έχουν δημιουργηθεί, έχουν μία χρυσή ευκαιρία να γιγαντωθούν με ιδιαίτερη μνεία στα logistics.  Η Ελλάδα με αναμορφωμένες συγκοινωνιακές υποδομές και πύλες μπορεί πλέον να πρωταγωνιστήσει στην Ευρώπη.

Το Ελληνικό αναμφισβήτητα είναι η χρυσή ελπίδα της δεκαετίας και αν υπάρξει μία σοφή διαχείριση του μπορεί να ανεβάσει τη χώρα ψηλά, να αποτελέσει παράδειγμα για άλλες επενδύσεις και να αναδείξει και πάλι την μεγάλη δύναμη του τεχνικού-κατασκευαστικού κλάδου.

Το Ελληνικό δεν θα μπορούσε σαφώς να τοποθετηθεί στις αποτυχίες μας στην δεκαετία που φεύγει. Ένα τέτοιο κολοσσιαίο σχέδιο με την απειρία και δυσκολία της πολιτείας και της κοινωνίας μέχρι να πειστεί για τη χρησιμότητα του θέλει σαφώς χρόνο και μπόλιασμα.

Ας ευχηθούμε αυτή η νέα δεκαετία να είναι μία μεγάλη περίοδος ευμάρειας, σωστών εθνικών επιλογών και μεγάλης βιώσιμης ανάπτυξης για την Ελλάδα και τους πολίτες της.

Καλή Χρονιά!

Πηγή: ypodomes.com

Continue Reading

ΑΡΘΡΑ-ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Χ. Θεοχάρης: Στρατηγικός στόχος για τον τουρισμό το άνοιγμα στις αγορές Ασίας και ΗΠΑ

bizness.gr

Published

on

Ο Υπουργός Τουρισμού, Χάρης Θεοχάρης

Στην ανάγκη να υπάρξει τουριστική ανάπτυξη καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, αλλά και περαιτέρω ενίσχυση των ταξιδιωτικών εισπράξεων αναφέρθηκε ο Υπουργός Τουρισμού κ. Χάρης Θεοχάρης μιλώντας στο ραδιοφωνικό σταθμό «Παραπολιτικά 90.1 FM».

«Η στόχευσή μας είναι να πετύχουμε πολύ μεγαλύτερη αύξηση στα έσοδα που έρχονται από τον τουρισμό. Ο τουρισμός είναι από τους πρωταθλητές στην προσέλκυση επενδύσεων», είπε χαρακτηριστικά.

Τα βασικά σημεία της συνέντευξης του Υπουργού Τουρισμού κ. Χάρη Θεοχάρη στο ραδιοφωνικό σταθμό «Παραπολιτικά 90.1 FM»

Ποιος είναι ο σχεδιασμός για το χειμερινό τουρισμό

«Η χώρα μας είναι κατά 80% ορεινή, κάτι που δεν το γνωρίζουν πολλοί στο εξωτερικό και αυτό πρέπει να το επικοινωνήσουμε. Δηλαδή να συστήσουμε τη χώρα μας και ως ορεινό προορισμό, όχι μόνο ως χιονοδρομικό. Γιατί διαθέτει όμορφες διαδρομές για περίπατο, για αναρρίχηση, για ορειβασία, για καγιάκ και για άλλου είδους δραστηριότητες. Δηλαδή προσφέρει πολλές εναλλακτικές προτάσεις τουρισμού και για τους 12 μήνες του έτους».

Ποιοι οι στόχοι για τη νέα χρονιά

«Το προηγούμενο χρονικό διάστημα πετύχαμε σημαντική αύξηση στις αφίξεις των τουριστών. Αυτό από μόνο του είναι θετικό. Αλλά πρέπει να συνοδεύεται και από αντίστοιχη αύξηση των εσόδων. Πάνω σε αυτό εργαζόμαστε. Ο στόχος μας είναι να πετύχουμε διψήφιο ποσοστό αύξησης, στο τουριστικό συνάλλαγμα και στις εισπράξεις.

Για να γίνει αυτό πρέπει να στραφούμε σε αγορές που έχουν δυναμική και τουρίστες που έχουν την οικονομική δυνατότητα να ξοδέψουν περισσότερα. Τέτοιες αγορές είναι η Κίνα, όπου έχουμε θέσει ως στόχο να τετραπλασιαστεί ο αριθμός των Κινέζων τουριστών που επισκέπτονται τη χώρα. Δηλαδή το 2021 να προσελκύσουμε 500.000 Κινέζους τουρίστες. Άλλες δυναμικές αγορές είναι η Ινδία και οι ΗΠΑ. Ήδη 1,2 εκατομμύρια Αμερικανοί τουρίστες επισκέπτονται την χώρα μας ετησίως, αριθμό που θέλουμε να αυξήσουμε περαιτέρω. Στόχος μας είναι να καθιερωθούμε ως ένας κορυφαίος τουριστικός προορισμός όχι μόνο για τις Ευρωπαϊκές αγορές αλλά και για τις δυναμικές αγορές της Ασίας και της απέναντι πλευράς του Ατλαντικού».

Το άνοιγμα σε νέες αγορές, η αύξηση των ταξιδιωτικών εισπράξεων και η προσέλκυση τουριστών με υψηλό διαθέσιμο εισόδημα, αποτελεί στρατηγικό μας στόχο. Μέσω της υλοποίησης αυτών των στόχων θα έρθει η αύξηση στα τουριστικά έσοδα τα οποία συμβάλλουν στην ανάπτυξη της χώρας, όπως άλλωστε και οι επενδύσεις. Και ο τουρισμός είναι από τους πρωταθλητές στην προσέλκυση επενδύσεων».

Τι ανέφερε για τη «Λευκή Εβδομάδα»

«Δεν υπάρχει κάποια σκέψη στο Υπουργείο Τουρισμού για τις «λευκές εβδομάδες» και ούτε έχει γίνει τέτοιου είδους κουβέντα ακόμη. Δε λέω ότι δε θα είχε κάποιο ενδιαφέρον, αλλά για να μπορέσει να εξετάσει μια τέτοια πρόταση το Υπουργείο μας και το Υπουργείο Παιδείας, που είναι αρμόδιο, πρέπει να γίνουν οι απαραίτητες διαβουλεύσεις με την ΟΛΜΕ, με τους ξενοδόχους και με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς».

Continue Reading
Advertisement

Trending