Connect with us

ΑΡΘΡΑ-ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Μάριος Τσάκας: Από Σεπτέμβριο του 2020 σε κατασκευή τα δίκτυα φυσικού αερίου της ΔΕΔΑ στις 3 πρώτες Περιφέρειες

Φίλιππος Παναγόπουλος

Published

on

Τσάκας, ΔΕΔΑ

Τον σχεδιασμό της ΔΕΔΑ για την ανάπτυξη των δικτύων διανομής φυσικού αερίου στις 7 Περιφέρειες της χώρας όπου δραστηριοποιείται, ανέπτυξε ο νέος Δ/νων Σύμβουλος της εταιρείας, Μάριος Τσάκας, σε μία πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη που παραχώρησε στο ypodomes.com.

Ο κος Τσάκας μίλησε για την πρόοδο των διαγωνιστικών διαδικασιών που θα φέρουν το φυσικό αέριο σε 18 πόλεις της Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, της Κεντρικής Μακεδονίας και της Στερεάς Ελλάδας καθώς και για τις προετοιμασίες της επόμενης φάσης ανάπτυξης των δικτύων σε Δυτ. Μακεδονία, Δυτ. Ελλάδα, Ήπειρο και Πελοπόννησο.

Αναφέρθηκε επίσης στην εξέλιξη του πιλοτικού προγράμματος που αξιοποιεί το υφιστάμενο δίκτυο στα κέντρα των πόλεων, τις καινοτομίες που προωθεί η εταιρεία σε επίπεδο «έξυπνων» τεχνολογιών τηλεμετρίας καθώς και στις προοπτικές που δημιουργούν τα μεγάλα project αγωγών φυσικού αερίου.

Τέλος εξήγησε γιατί το παρόν μοντέλο μετασχηματισμού της ΔΕΠΑ με τη δημιουργία μίας εταιρείας holding για τις υποδομές είναι μία εύστοχη επιλογή, ειδικά στο πλαίσιο της ιδιωτικοποίησης.

Αναλυτικά ολόκληρη συνέντευξη:

Κε Τσάκα, που βρισκόμαστε όσον αφορά τους διαγωνισμούς για τα δίκτυα στις τρεις πρώτες Περιφέρειες;

Είναι αλήθεια ότι υπήρξαν κάποιες καθυστερήσεις σε βάρος του αρχικού προγραμματισμού. Ξεκινήσαμε όμως  το πρώτο κομμάτι που αφορά την προμήθεια υλικών, δηλαδή τους «έξυπνους» μετρητές. Ολοκληρώσαμε την Α’ Φάση της διαγωνιστικής διαδικασίας και ανοίξαμε τις τεχνικές προσφορές. Επόμενο βήμα είναι το άνοιγμα των οικονομικών προσφορών και η κατακύρωση του πρώτου μέρους. Άρα το έργο επίσημα έχει ξεκινήσει.

Σε ό,τι αφορά το τεχνικό μέρος που είναι ίσως και το πιο βαρύ, στις τρεις Περιφέρειες εκτιμούμε ότι τον Ιανουάριο θα βγουν στον αέρα. Έχουμε προχωρήσει αρκετά σε επίπεδο διαπραγματεύσεων. Ελάχιστα κομμάτια πλέον είναι υπό τελική διευκρίνιση.

Ο δικός μας χρονοπρογραμματισμός είναι μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου να έχουμε την έγκριση από το μέτοχο πάνω στο business plan και το πρόγραμμα ανάπτυξης μας, να τα καταθέσουμε εν συνεχεία στη ΡΑΕ και μετά να γίνει αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου που απαιτείται από την συμφωνία με την ΕΤΕπ και τις Διαχειριστικές Αρχές και να βγάλουμε τα έργα στον αέρα μέσα στον Ιανουάριο. Είναι ένα ρεαλιστικό σενάριο. Υπολογίζουμε το καλοκαίρι να έχουμε υπογράψει σύμβαση και τον Σεπτέμβριο να σκάβουμε στις πόλεις, για τις 3 πρώτες Περιφέρειες.

Έχουν υπάρξει τροποποιήσεις εν σχέσει με τον αρχικό σχεδιασμό και ποια είναι η προθεσμία για την ολοκλήρωση των έργων;

Στόχος είναι ο επόμενος χειμώνας να μας βρει με έναρξη του δικτύου σε αρκετές πόλεις. Έχουμε αλλάξει λίγο τον αρχικό σχεδιασμό μας ο οποίος προέβλεπε τα πρώτα δύο χρόνια να σκάβουμε μόνο αγωγούς μέσης και χαμηλής πίεσης και μετά να αρχίσουμε να συνδέουμε κόσμο στο δίκτυο.

Λόγω της καθυστέρησης που προέκυψε, επανασχεδιάσαμε τις διαδικασίες και θα τρέξουν μαζί. Δηλαδή θα δημιουργείται ο αγωγός και παράλληλα οι κάθετες συνδέσεις των καταναλωτών.

Το τέλος των εργασιών είναι προκαθορισμένο. Είναι στη χειρότερη περίπτωση ο 10ος του 2023, τότε που λήγει και τυπικά η προγραμματική περίοδος.

Από ό,τι λένε οι κοινοτικοί, στη νέα προγραμματική περίοδο, 2021-2027, δεν θα υπάρξουν δίκτυα αερίου, οπότε μετά το 2023 αλλάζει εντελώς το business plan της εταιρείας. Αφήνω έναν αστερίσκο για τις περιοχές που θα υποστούν μεγάλες αλλαγές, όπως η Δυτική Μακεδονία, με την απολιγνιτοποίηση.

Που βρισκόμαστε όσον αφορά τη δεύτερη φάση του έργου με τις υπόλοιπες τέσσερις Περιφέρειες;

Οι υπόλοιπες τέσσερις Περιφέρειες δεν βρίσκονται όλες στο ίδιο επίπεδο προετοιμασίας. Για παράδειγμα, στη Δυτ. Μακεδονία και τη Δυτ. Ελλάδα, έχουν προβλεφθεί κάποια έστω και μικρότερα ποσά στους προϋπολογισμούς τους. Στην Πελοπόννησο και την Ήπειρο όμως είναι πιο πίσω. Αν θέλουμε να προλάβουμε, πρέπει γρήγορα οι Διαχειριστικές να βγάλουν προσκλήσεις για την ένταξη των έργων, να υποβάλλουμε εμείς τεχνικά δελτία και να ενταχθούν τα έργα.

Η χρηματοδότηση -που είναι σημαντικό μέρος του έργου- με το χαμηλότοκο δάνειο της ΕΤΕπ, μπορεί να θεωρηθεί εξασφαλισμένη αν οι Διαχειριστικές «τρέξουν». Ο μέτοχός μας, η ΔΕΠΑ, και τη βούληση έχει καθώς είναι και στα δικά τους επενδυτικά ενδιαφέροντα να επεκτείνουμε εμείς το δίκτυό μας.

Το μόνο που χρειάζεται είναι επιτάχυνση των διαδικασιών από πλευράς Διαχειριστικών και καλύτερος συντονισμός με τον ΔΕΣΦΑ όπου απαιτούνται έξοδοι για να μπορούμε εμείς να συνδεθούμε.

Για παράδειγμα στο σχεδιασμό μας, η Δυτ. Ελλάδα και η Ήπειρος θα λειτουργούσαν με  μεταφορές φορτίων LNG από τη Ρεβυθούσα. Εκεί η έξοδος και το truck loading που είναι στα σχέδια, θα πρέπει να συμπιεστεί χρονικά. Κατανοούμε ότι και ο ΔΕΣΦΑ -με τον οποίον επίσης υπάρχει καλή διάθεση συνεργασίας- έχει ένα δικό του πρόγραμμα ανάπτυξης. Να συμπιέσουμε λίγο και εμείς και ο ΔΕΣΦΑ τις κατασκευές για να μπορέσουν τα έργα μέσα στο δεδομένο χρονικό διάστημα να φτάσουν σε ένα καλό σημείο.

Δεν μιλάμε φυσικά για καθολική κάλυψη αλλά αν υπάρχουν οι αγωγοί μέσης και χαμηλής πίεσης, η ενσωμάτωση συνδέσεων θα είναι ένα πιο «ελαφρύ» project. Ακόμα και η επέκταση της χαμηλής πίεσης θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από την εξέλιξη του έργου, έστω και αν δεν υπάρχουν κεφάλαια ΕΣΠΑ.

Κατά πόσο η απολιγνιτοποίηση επηρεάζει τον μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό της ΔΕΔΑ;

Είναι προφανές ότι η απολιγνιτοποίηση επηρεάζει σε τεράστιο βαθμό τον ενεργειακό χάρτη των λιγνιτικών περιοχών. Η αλήθεια είναι ότι οι τοπικοί άρχοντες και η περιφέρεια δεν είχε το φυσικό αέριο σαν πρώτη προτεραιότητα, στη λογική ότι λειτουργούσαν ομαλά με τις συμπαραγωγές, με τις τηλεθερμάνσεις και έτσι δεν είχαν ασχοληθεί σοβαρά, πλην της Καστοριάς, Άργους Ορεστικού που προχώρησαν και θέλουν πολύ το αέριο να φτάσεις στις πόλεις τους.

Η ενεργειακοί  Δήμοι της Δυτ. Μακεδονίας (σ.σ. Αμυνταίου, Εορδαίας, Κοζάνης και Φλώρινας) πιέζουν πλέον και αυτοί με κάποιες τεχνικές δυσκολίες βέβαια καθώς από τον ΔΕΣΦΑ έχει προβλεφθεί μία έξοδος στη θέση «Ποριά» η οποία θα καλύψει την περιοχή της Καστοριάς, δεν είχε ενταχθεί όμως στο χρονοπρογραμματισμό του Διαχειριστή και δεύτερη έξοδος στη θέση «Περδίκα» η οποία θα κάλυπτε και τους παραπάνω Δήμους.

Τώρα Περιφέρεια, Κυβέρνηση και εμείς πιέζουμε ώστε να αλλάξει αυτός ο σχεδιασμός και να ενεργοποιηθεί αυτή η έξοδος. Μελετάμε παράλληλα τόσο το επιχειρηματικό όσο και το τεχνικό κομμάτι της επέκτασης ούτως ώστε όταν υπάρχει ένα πρόγραμμα, να πούμε κι εμείς ότι «βγαίνει» οικονομικά και ως επενδυτικό πλάνο.

Βέβαια, τις περιοχές αυτές τις προσεγγίζουμε με γνώμονα το κοινωνικό καλό καθώς θα αντιμετωπίσουν μία κατάσταση μεταβατική κατά την οποία θα πρέπει να υποστηριχθούν. Έχει πάντως διαμορφωθεί ένα πολύ ευνοϊκό κλίμα που δείχνει ότι υπάρχει διάθεση από όλες τις πλευρές να προχωρήσουν τα έργα της Δυτ. Μακεδονίας.

Πώς επηρεάζουν τα μεγάλα project των αγωγών φυσικού αερίου, όπως ο TAP αλλά και οι μελλοντικοί IGI Poseidon και EastMed, τα πλάνα της ΔΕΔΑ;

Μόνο θετικά βλέπουμε την επέκταση ή την δημιουργίαν νέων αγωγών καθώς σημαίνουν πιο γρήγορο και πιο φθηνό αέριο στις περιοχές από τις οποίες θα διέρχονται. Εμάς μας συμφέρει να συνδεόμαστε πάντα σε αγωγούς και να αποφεύγουμε λύσεις όπως οι μεταφορές LNG και η κάλυψη πόλεων με CNG. Είναι μεν χρήσιμα εργαλεία αλλά είναι για συγκεκριμένο διάστημα και για συγκεκριμένη δυναμική δικτύου.

Η Περιφέρεια παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον για τη ΔΕΔΑ;

Η ΔΕΔΑ παρότι λειτουργεί ως μία εταιρεία που πρέπει να παράγει έσοδα, σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να χάσει τον κοινωνικό της χαρακτήρα. Στη λογική αυτή και εμείς πιέζουμε να επεκταθούμε και εκεί που τα έργα δεν φαίνονται ιδιαίτερα άμεσης κερδοφορίας. Προσπαθούμε να λειτουργήσουμε ως μία αμιγώς εμπορική εταιρεία και μία εταιρεία που έχει σίγουρα και κοινωνικά χαρακτηριστικά.

Δεν μπορεί να είναι ίδιο το ενδιαφέρον σε όλες τις Περιφέρειες. Ενδιαφέρον υπάρχει παντού. Φυσικά υπάρχει και η παράμετρος του να «βγαίνει» και το έργο.

Από μεριάς μας, εφαρμόζοντας κατάλληλες οικονομίας κλίμακας ελπίζουμε τελικά να πάμε σε όποιον έχει ενδιαφέρον να συνδεθεί με το δίκτυο. Βέβαια στον σχεδιασμό μας υπεισέρχεται και το κομμάτι της επιχειρηματικότητας, να καλύψουμε δηλαδή επιχειρηματίες και βιομηχανίες για την παροχή φθηνής ενέργειας. Η περικοπή των ενεργειακών κοστών σημαίνει αυτομάτως ανάπτυξη για την κάθε περιοχή και νέες θέσεις εργασίας.

Πώς εξελίχθηκε το πιλοτικό πρόγραμμα;

Το πιλοτικό έτρεξε κατά την θερινή περίοδο και ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο. Υπήρξε ενδιαφέρον από τον κόσμο. Υπήρξε ίσως μία υστέρηση στην ταχύτητα ενεργοποίησης των  συνδέσεων αλλά στον βαθμό του πιλοτικού δεν προέκυψε κάποιο πρόβλημα.

Όταν υλοποιήσουμε βέβαια το μεγάλο μας πλάνο, εκεί το σύστημα θα πρέπει να λειτουργήσει με πιο γρήγορα αντανακλαστικά και πιο αυτοματοποιημένα. Στις 2 Δεκεμβρίου δημοπρατούμε άλλα τρία πιλοτικά προγράμματα στις τρεις Περιφέρειες ενώ θα ακολουθήσουν δύο ακόμη για οικιακές και βιομηχανικές χρήσεις.

Στόχος είναι μέχρι τα μεγάλα έργα να γίνονται αιτήσεις, ώστε να μη χαθεί χρόνος μέχρι τον επόμενο Σεπτέμβριο. Θεωρούμε ότι δεν θα έχουμε κενό διάστημα που να υπάρχει βούληση κόσμου να συνδεθεί και να μη μπορούμε να τους συνδέσουμε.

Πόσο σημαντική είναι η ενσωμάτωση των «έξυπνων» τεχνολογιών στα δίκτυα διανομής;

Είμαστε η μοναδική εταιρεία που σχεδόν συνολικά θα χρησιμοποιεί «έξυπνους» μετρητές τόσο σε οικιακούς όσο και σε βιομηχανικούς καταναλωτές. Η μετάβαση στα «έξυπνα» δίκτυα είναι απαραίτητη και σήμερα -εκτός από τεχνολογικά εύκολη- γίνεται ολοένα και πιο φθηνή. Για παράδειγμα, παλαιότερα τα τηλεπικοινωνιακά κόστη ήταν σοβαρά αλλά πλέον με αξιοποίηση τεχνολογιών όπως τα narrow band και το 5G, πηγαίνουμε σε λύσεις πολύ πιο οικονομικές.

Έχουμε μάλιστα ενταχθεί σε ένα πρόγραμμα της Γενικής Γραμματείας Νέας Τεχνολογίας, το «Ερευνώ-Καινοτομώ» με το οποίο θα δουλέψουμε ερευνητικά-πιλοτικά για να την ενσωμάτωση τεχνολογιών μετάδοσης πληροφοριών που δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή στην αγορά, με αξιοποίηση πρωτοκόλλων επικοινωνίας που δεν έχουν τηλεπικοινωνιακά κόστη.

Σε αδρές γραμμές, αυτά θα βασίζονται σε μικρές κεραίες χαμηλής ισχύος οι οποίες θα συνδέουν τοπικά τα δίκτυα για τη μεταφορά δεδομένων, χωρίς τη χρήση SIM στους μετρητές, παρά μόνο στις ίδιες τις κεραίες.  Αν δούμε ότι είναι εφαρμόσιμες, θα καταφέρουμε να μειώσουμε περαιτέρω το κόστος της τηλεμετρίας. Παραμένουμε βέβαια ανοιχτοί και σε υβριδικά συστήματα.

Σε τι σταυροδρόμι βρίσκει τη ΔΕΔΑ ο μετασχηματισμός και η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΠΑ, με την απόσχιση του κλάδου των Υποδομών;

Κάποιου άλλου τύπου δημιουργία μίας ΔΕΠΑ Υποδομών είχε προβλεφθεί και σε προηγούμενο νομοσχέδιο της προηγούμενης Κυβέρνησης. Χωρίς κριτική διάθεση, σε εκείνη την περίπτωση προβλέπονταν διαδικασίες οι οποίες ίσως ήταν μη υλοποιήσιμες, όπως η συνένωση της ΕΔΑ Αττικής με τη ΔΕΔΑ μέσα σε ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Όσοι το ζούμε, κι εγώ τον τελευταίο ενάμιση μήνα που έχω αναλάβει καθήκοντα, καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι εύκολο εγχείρημα η ενσωμάτωση δύο εταιρειών με τόσο διαφορετικά χαρακτηριστικά.

Η λογική που επιλέχθηκε με την δημιουργία -επί της ουσίας- μίας εταιρείας holding -της ΔΕΠΑ Υποδομών-, στην οποία θα συνεχίσουμε να είμαστε από κάτω και σε ένα βάθος χρόνου να συντονιζόμαστε ώστε να μπορέσουμε να συνενωθούμε κάποια στιγμή, νομίζω ότι είναι απολύτως λογική και ως εταιρικός μετασχηματισμός και στο πλαίσιο της αναμενόμενης ιδιωτικοποίησης.

Και αυτό γιατί νομίζω πώς για τον δυνητικό επενδυτή θα είναι πιο εύκολη η αξιολόγηση των εταιρειών ως έχουν και είναι προτιμότερο ο ίδιος στο πλάνο του να προβλέψει πως φαντάζεται ότι πρέπει να λειτουργήσει αυτή η ενιαία ΔΕΠΑ Υποδομών. Θα υπάρχουν σίγουρα σοβαρές οικονομίες κλίμακας αν οι Υποδομές ενωθούν σε μία εταιρεία, θα μεταφερθούν τεχνογνωσίες, οπότε σίγουρα είναι στη σωστή κατεύθυνση και η μελλοντική συγχώνευση.

Προφανώς δίκτυα κατασκευάζουμε όλοι και σε αυτή τη βάση θα μπορούσε να προκύψει συνένωση των εταιρειών αλλά αυτό είναι ένα πλάνο που κατά τη γνώμη μου ορθώς η Κυβέρνηση επέλεξε να το υλοποιήσει ο επενδυτής.

ΑΡΘΡΑ-ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Μπ. Παπαδημητρίου στο biz: Η επένδυση στο Αρσάκειο κινητοποιεί άλλες επενδύσεις και αλλάζει το κέντρο

Χρήστος Δημόπουλος

Published

on

Μπάμπης Παπαδημητρίου

Στην παρουσίαση της επένδυσης, μέσω της οποίας θα αναγεννηθεί το Αρσάκειο Μέγαρο, με τη δημιουργία του πρώτου Food Hall στην Ελλάδα, έδωσε το «παρών» μεταξύ άλλων ο βουλευτής του Νότιου Τομέα Αθηνών της Νέας Δημοκρατίας, κ. Μπάμπης Παπαδημητρίου.

Το bizness.gr είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με τον δημοσιογράφο και βουλευτή της κυβερνητικής πλειοψηφίας για το μεγαλόπνοο project της Legendary Food στο κέντρο της πρωτεύουσας, καθώς και για τη σαφή πρόθεση της κεντρικής εξουσίας για τη στήριξη και ενίσχυση του επενδυτικού κι επιχειρηματικού κλίματος στη χώρα.

Ακολουθεί αναλυτικά, παρακάτω, η συνέντευξη:

Κύριε Παπαδημητρίου ποια είναι τα οφέλη της επένδυσης από την Legendary Food, που θα γίνει στο Αρσάκειο μέγαρο;

«Η επένδυση αυτή πέρα από τα προφανή προτερήματα που έχει, έχει κι ένα «τρομακτικό» ατού: ότι κινητοποιεί όχι μόνο παραγωγές, αλλά κι άλλες επενδύσεις. Κινητοποιεί πρώτα απ’ όλα το να επενδυθεί ξανά ο χώρος εδώ και το κέντρο της Αθήνας να κατέβει πραγματικά τουλάχιστον μέχρι την Ομόνοια, οπότε να συνδεθεί με την Αθηνάς, την Αιόλου, του Ψυρρή και τις υπόλοιπες οδούς. Επενδύουμε στην Αθήνα, με την επένδυση που γίνεται.

Το δεύτερο είναι, ότι για να φτάσουν ως εδώ όλες αυτές οι ιδέες, θα χρειαστεί να δουλέψουν πολύ άνθρωποι σε μικρότερες βιοτεχνίες, σε αγροτικές μονάδες, σε βιομηχανίες και βεβαίως στις υπηρεσίες. Θα γίνει κι ένα τουριστικό κέντρο, είμαι σίγουρος. Άρα, είναι ένα πρότυπο επενδυτικής ιδέας, που μπορεί να κινητοποιήσει πολλούς μαζί, ανθρώπους, ιδέες, παραγωγικές ικανότητες».

Πρόκειται, άλλωστε, για μία επένδυση που συνδυάζει τομείς όπως το real estate και την αγροτική ανάπτυξη.

«Το real estate είναι θέμα της επένδυσης, θα το δουν οι επιχειρηματίες και όσοι βάλουν τα λεφτά τους σε αυτό. Φυσικά το real estate είναι σε άνοδο τώρα και διευκολύνει παρά πολύ. Αλλά, σκεφτείτε ότι τραβώντας λίγο πιο κάτω την Αθήνα, τι λάμψη θα δώσει σε όλες αυτές τις περιοχές κι από τη μια και από την άλλη πλευρά. Επειδή έχω ζήσει την περιοχή αυτή κι έχω το γραφείο που πολύ κοντά και περνάω συχνά όλα αυτά τα χρόνια και είναι πράγματι θλιβερό, τολμώ να πω ότι αξίζουν συγχαρητήρια στο γεγονός, ότι όχι μόνο το Αρσάκειο αλλά και το Συμβούλιο της Επικρατείας, που είναι βαρύς θεσμός και οι δικαστές προσέχουν πολύ, είπαν «ναι» σε μία όχι απλώς επιχειρηματική ιδέα, αλλά τελικώς σε μία ιδέα. Διότι αυτή είναι μία ιδέα που κινητοποιεί.

Φανταστείτε, αν έχουμε ένα τέτοιο κέντρο και αν πάει καλά, όπως όλοι ελπίζουμε, τι θάρρος θα δώσουν και τι πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα θα έχει στο marketing όλων των μεσογειακών προϊόντων. Που, δόξα το Θεό, κάπως έχουν ξυπνήσει. Και σε αυτό αξίζουν τα συγχαρητήρια στον Άρη Κεφαλογιάννη (σ.σ. Διευθύνων Σύμβουλος Legendary Food). Για να μη σας λέω πολλά, εγώ πιστεύω ακράδαντα και το ξέρω πλέον από τα πάρα πολλά χρόνια που παρακολουθώ ειδικά την οικονομία: πρέπει να φτιάξουμε ένα καινούργιο κλίμα. Μία νέα εμπιστοσύνη. Κι αυτή εδώ η επένδυση νομίζω, ότι θα βοηθήσει πάρα πολύ».

Πως μπορεί η κυβέρνηση να τονώσει το επενδυτικό κλίμα, κάτι που συνιστά άλλωστε κι από τις βασικές της προτεραιότητες;

«Το πολύ που μπορεί να κάνει η κυβέρνηση, είναι να βάζει «πλάτη». Να προστατεύει τους επιχειρηματίες, γιατί δυστυχώς υπάρχει μία εχθρότητα στη χώρα μας. Δυστυχώς κι ένα πολύ καλό project μερικές φορές και λόγω επιχειρηματικού ανταγωνισμού, ο οποίος είναι θαυμάσιος και στήριγμα, όταν όμως πολύ συχνά περνάει μέσα από πολιτικούς ανταγωνισμούς, αυτό συνιστά… ζαβολιά.

Άρα, η κυβέρνηση τι μπορεί να κάνει; Μπορεί να διατηρήσει ένα καθαρό επενδυτικό περιβάλλον και να είναι εκεί όταν την χρειάζονται. Δεν μπορεί να κάνει πολλά άλλα πράγματα. Όχι ότι είναι λίγο τούτο και ως προς αυτό, η συγκεκριμένη κυβέρνηση θα το κάνει. Και επειδή δυστυχώς με την κρίση, την πολλαπλή κρίση, που περάσαμε τα χρόνια μέχρι και τις πρόσφατες εκλογές, αυτό έχει καταντήσει να είναι εξαιρετικά σημαντικό. Έτσι, ενώ έχουμε μία κυβέρνηση Μητσοτάκη η οποία κάνει τη δουλειά της, ταυτοχρόνως κάνει κάτι πάρα πολύ μεγάλο και πολύ χρήσιμο».

Μπορεί η Ελλάδα και ειδικότερα η Αθήνα, να καταστεί επενδυτικός προορισμός;

«Όταν το λέγαμε με γνωστούς, καλούς ξενοδόχους, τι δυνατότητες έχει η Αθήνα πριν δέκα χρόνια, ήταν μία συζήτηση που πολύ λίγοι την πίστευαν. Τότε έκλειναν τα ξενοδοχεία και όσα έμεναν, ήταν χρεωμένα και δεν μπορούσαν να επιβιώσουν. Δείτε τώρα τι έχει συμβεί. Δείτε, δηλαδή, τι δυνατότητες υπήρχαν. Γενικότερα και στην εστίαση γίνονται προσπάθειες. Αλλά χρειαζόμαστε ένα «φάρο». Μακάρι τούτη η επένδυση να είναι ο «φάρος».

Continue Reading

ΑΡΘΡΑ-ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Κυρ. Μητσοτάκης στη Handelsblatt: Η Ελλάδα θα είναι μια άλλη χώρα σε 2 χρόνια

bizness.gr

Published

on

Κυριάκος Μητσοτάκης, πρωθυπουργός

«Η Ελλάδα θα είναι μια άλλη χώρα σε δύο χρόνια από σήμερα», δηλώνει στη Handelsblatt o πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, τονίζοντας ότι η εικόνα της χώρας έχει ήδη αλλάξει κατά τους πρώτους μήνες της νέας κυβέρνησης. «Περπατώντας στους δρόμους της Αθήνας, θα παρατηρήσετε την αλλαγή. Οι πολίτες είναι πιο αισιόδοξοι. Αντιλαμβάνονται ότι η χώρα κινείται στη σωστή κατεύθυνση. Είμαστε το σπάνιο παράδειγμα μιας κυβέρνησης η οποία ήδη, κατά τους πρώτους τέσσερις μήνες, έχει εφαρμόσει περισσότερα από όσα είχε υποσχεθεί», προσθέτει ο κ. Μητσοτάκης.

Ο πρωθυπουργός επισημαίνει ότι «το κλίμα αισιοδοξίας αντανακλάται στην εικόνα της χώρας στις διεθνείς αγορές. Η απόδοση των δεκαετών ομολόγων του ελληνικού δημοσίου βρίσκεται σήμερα στο 1,4%. Πριν από οκτώ μήνες βρισκόταν στο 3,8%. Mπορούμε να αναχρηματοδοτήσουμε με αρνητικά επιτόκια τα έντοκα γραμμάτια του ελληνικού δημοσίου. Οι επενδυτές επιστρέφουν. Έχουμε αφήσει πίσω μας την κρίση. Η Ελλάδα δεν ζητά πλέον, αλλά είναι μια χώρα η οποία συμμετέχει επί ίσοις όροις στις συζητήσεις για τα μεγάλα ευρωπαϊκά και παγκόσμια ζητήματα».

Στη συνέντευξη που βρίσκεται στο αυριανό πρωτοσέλιδο της εφημερίδας, με τίτλο «Μήνυμα από την Αθήνα», οι δημοσιογράφοι της Handelsblatt, ρωτούν τον πρωθυπουργό «πόσο ακόμα θα αντέξει η χώρα» την έλευση κάθε μέρα εκατοντάδων μεταναστών και προσφύγων από την Τουρκία στα ελληνικά νησιά. «Αυτό είναι απαράδεκτο, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι» απαντά ο Κυριάκος Μητσοτάκης, τονίζοντας ότι η Τουρκία προσπαθεί να χρησιμοποιήσει ως μοχλό πίεσης το μεταναστευτικό για να αναγκάσει την Ευρώπη να κάνει παραχωρήσεις. «Ανέφερα πολύ ανοιχτά στον Πρόεδρο Ερντογάν, ότι δεν μπορεί να εκμεταλλεύεται τους μετανάστες και τους πρόσφυγες αν θέλει να έχει σχέσεις καλής γειτονίας με την Ελλάδα», προσθέτει.

«Τον τελευταίο καιρό, όταν προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε με την τουρκική ακτοφυλακή και επισημαίνουμε ότι έφυγε μια βάρκα με μετανάστες από τις τουρκικές ακτές, δεν υπάρχει καμία αντίδραση από πλευράς τους. Αυτό είναι απαράδεκτο γιατί παραβιάζει τη συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας για το μεταναστευτικό», αναφέρει ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Απευθυνόμενος στους Ευρωπαίους εταίρους επισημαίνει: «Δεν μπορεί μια χώρα της ΕΕ να διεκδικεί τα πλεονεκτήματα της ζώνης του Σένγκεν και να αρνείται ταυτόχρονα να μοιραστεί τα βάρη, όπως κάνουν ορισμένες χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει τις χώρες άφιξης όπως η Ελλάδα ως βολικούς χώρους ‘στάθμευσης’ για πρόσφυγες και μετανάστες. Είναι αυτό ευρωπαϊκή αλληλεγγύη; Όχι. Δεν θα το δεχτώ άλλο».

Στο ερώτημα «τι πρέπει να γίνει», ο πρωθυπουργός απαντά ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αγνοεί το πρόβλημα και ότι ο ίδιος δεν μπορεί να δεχτεί τη στάση όσων «συμπεριφέρονται σαν να είναι αποκλειστικά ένα πρόβλημα της Ελλάδας».

«Θα πρέπει να δοθεί λύση σε ευρωπαϊκό επίπεδο» τονίζει. Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Μητσοτάκης δηλώνει ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να προωθήσει τις προτάσεις του υπουργoύ Εσωτερικών της Γερμανίας Χορστ Ζέεχοφερ για τη μεταρρύθμιση του συστήματος ασύλου, του Κανονισμού του Δουβλίνου».

Ο πρωθυπουργός αναφέρεται στις ενέργειες που έχει ήδη αναλάβει η κυβέρνηση, όπως η αυστηροποίηση και επιτάχυνση των διαδικασιών ασύλου. «Όποιος δεν λαμβάνει άσυλο, πρέπει να επιστρέφει, είτε στην Τουρκία, είτε στη χώρα προέλευσής του. Γι’ αυτό θα δημιουργήσουμε κλειστά προαναχωρησιακά κέντρα. Εκτός αυτών, θα ενισχύσουμε την ακτοφυλακή μας για να μπορεί να επιτηρεί καλύτερα τη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας». Παράλληλα, ο κ. Μητσοτάκης στέκεται ιδιαίτερα στο ζήτημα των 4.000 ασυνόδευτων ανηλίκων που βρίσκονται στην Ελλάδα: «Γνωρίζετε τι θα συμβεί αν δεν φροντίσουμε αυτά τα παιδιά στα κατάλληλα ιδρύματα; Θα πέσουν θύματα εκμετάλλευσης. Θα έβλαπτε τόσο πολύ την Ουγγαρία ή την Πολωνία αν υποδέχονταν εκατό από αυτά τα παιδιά;» αναρωτιέται.

Όσον αφορά τα δημοσιονομικά, ο πρωθυπουργός σημειώνει ότι θα τηρηθεί ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 3,5% του ΑΕΠ για το 2020, «τον οποίο συμφώνησε η προηγούμενη κυβέρνηση με τους δανειστές», προσθέτοντας με σαφήνεια ότι η νέα κυβέρνηση θα θέσει το ζήτημα της μείωσης του στόχου για το 2021 και το 2022. «Δεν χρειαζόμαστε πια πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% και αυτό γιατί μπορούμε να αναχρηματοδοτούμε το χρέος μας με πολύ χαμηλότερα επιτόκια από ό,τι αναμενόταν», τονίζει ο κ. Μητσοτάκης μνημονεύοντας το γεγονός ότι οι αποφάσεις για τα υψηλά πλεονάσματα ελήφθησαν επί των ημερών του ΣΥΡΙΖΑ, «σε μια εποχή κατά την οποία υπήρχε πολύ χαμηλό επίπεδο εμπιστοσύνης για την Ελλάδα».

Κληθείς να απαντήσει αν η Ελλάδα έχει αφήσει πίσω της την εποχή του λαϊκισμού, μετά από τα 4,5 χρόνια θητείας της προηγούμενης κυβέρνησης, ο κ. Μητσοτάκης σημειώνει: «Νικήσαμε, τόσο τους αριστερούς λαϊκιστές, όσο και τους ακροδεξιούς εξτρεμιστές της Χρυσής Αυγής…Ήταν απίστευτος ο βαθμός ανικανότητας που επέδειξαν κατά τη διακυβέρνηση τους. Ήταν μια οδυνηρή εμπειρία και κόστισε στη χώρα μας μια περιουσία» τονίζει.

Ο πρωθυπουργός αναφέρει ότι η Ελλάδα αποτελεί πλέον σε ευρωπαϊκό επίπεδο τη «γραμμή άμυνας κατά του λαϊκισμού». Ερωτηθείς ποια συμβουλή δίνει σε άλλα ευρωπαϊκά κόμματα που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τους λαϊκιστές, απαντά: «Τα παραδοσιακά κόμματα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι πολλές ανησυχίες του λαού τις οποίες εκμεταλλεύονται οι λαϊκιστές, είναι πραγματικές. Για παράδειγμα, οι εισοδηματικές ανισότητες, το τεχνολογικό χάσμα, τα ζητήματα ταυτότητας που σχετίζονται με το πρόβλημα της μετανάστευσης, ή το γεγονός ότι οι μεγάλες πόλεις αναπτύσσονται με ταχύτερους ρυθμούς αφήνοντας πίσω τις περιοχές της υπαίθρου. Πρόκειται για ζητήματα που έχουν εν τέλει υπαρξιακό χαρακτήρα, που αγγίζουν πολλούς ανθρώπους και η πολιτική πρέπει να ασχολείται μαζί τους».

 

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Continue Reading

ΑΡΘΡΑ-ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Γ. Στουρνάρας: Η βιωσιμότητα ως προϋπόθεση για την πορεία μας στο μέλλον

bizness.gr

Published

on

Γιάννης Στουρνάρας στο Sustainability Summit

Στην έναρξη του τρίτου Sustainability Summit μίλησε ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, κ. Γιάννης Στουρνάρας. Στην ομιλία του, στάθηκε ιδιαίτερα γύρω από το ότι ο επαναπροσδιορισμός της ανάπτυξης είναι αναπόφευκτος και η έννοια της βιωσιμότητας έρχεται να τονίσει αυτό που λείπει σήμερα. Μία ισότιμη και παράλληλη ανάπτυξη τριών πυλώνων, της οικονομίας, του περιβάλλοντος και της κοινωνίας.

Αναλυτικά όσα υπογράμμισε:

«Η βιωσιμότητα δεν είναι πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση για την πορεία μας στο μέλλον. Ο επαναπροσδιορισμός της ανάπτυξης είναι αναπόφευκτος και η έννοια της βιωσιμότητας έρχεται να τονίσει αυτό ακριβώς που λείπει σήμερα, μία ισότιμη και παράλληλη ανάπτυξη τριών πυλώνων, της οικονομίας, του περιβάλλοντος και της κοινωνίας.

Η Ατζέντα 2030 των Ηνωμένων Εθνών, η οποία εγκρίθηκε από τους παγκόσμιους ηγέτες το 2015, αποτελεί το παγκόσμιο πλαίσιο βιωσιμότητας και θέτει 17 στόχους με σκοπό την εξάλειψη της φτώχειας και την επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης σε παγκόσμια κλίμακα έως το 2030, χωρίς αποκλεισμούς, εστιάζοντας στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την περιφερειακή και παγκόσμια σταθερότητα, τη διασφάλιση της «υγείας» του πλανήτη μας, τις δίκαιες και ανθεκτικές κοινωνίες και τις ευημερούσες οικονομίες.

Οι σημερινές κοινωνίες, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, αντιμετωπίζουν σημαντικές και παράλληλες προκλήσεις, όπως η ανεργία των νέων, η γήρανση του πληθυσμού, η μετανάστευση, τα περιβαλλοντικά προβλήματα και η κλιματική αλλαγή. Μέσα στο ευρωπαϊκό κοινωνικό πλαίσιο είναι κρίσιμο να επενδύουμε στους νέους, να προάγουμε τη διατηρήσιμη, περιβαλλοντικά ορθή και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη και να αμβλύνουμε τις ανισότητες, με στόχο την κοινωνική συνοχή.

Αντιμετωπίζοντας τις προκλήσεις αυτές μέσα από μοντέλα βιώσιμης ανάπτυξης μπορούμε να προσαρμοστούμε στην πολυπλοκότητα της σημερινής συνθήκης και να προετοιμαστούμε καλύτερα για το μέλλον.

Σε αυτό το πλαίσιο, μια κυκλική οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα είναι αναγκαία συνθήκη για την προάσπιση του φυσικού μας κεφαλαίου. Η καθαρή ενέργεια, η αποδοτική χρήση των πόρων, η επαναχρησιμοποίηση και η ελαχιστοποίηση της σπατάλης είναι αναγκαστικές και επείγουσες επιλογές, με θετική επίδραση στην παραγωγή, την απασχόληση, το κλίμα, τη φύση, τους φυσικούς πόρους και την κοινωνική ευημερία.

Επιπλέον, με ισχυρή ενίσχυση του «Τριγώνου της Γνώσης», το οποίο υποστηρίζει όλους σχεδόν τους στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης, οι προκλήσεις δύναται να μετατραπούν σε ευκαιρίες για νέες επιχειρήσεις και νέες θέσεις εργασίας.

Το «Τρίγωνο της Γνώσης», όπως εισήχθη στη στρατηγική της Λισαβόνας το 2000, συνδέει την εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία, αντικαθιστώντας την παραδοσιακή «μονόδρομη» ροή πληροφοριών με μία «αμφίδρομη» κυκλική ροή μεταξύ των τριών αυτών πυλώνων (Πανεπιστήμιο – Έρευνα – Επιχειρήσεις), συμβάλλοντας στην ενίσχυση της έρευνας και ανάπτυξης, στην αύξηση του αποθέματος γνώσης και παραγωγικού κεφαλαίου μέσω της προσέλκυσης επενδύσεων, στην ανάπτυξη εξωστρεφών κλάδων και στην προώθηση της οικονομίας και της κοινωνίας της γνώσης ευρύτερα.

Η παρούσα συγκυρία αναδεικνύεται ιδιαιτέρως σημαντική υπό το πρίσμα της κλιματικής αλλαγής. Έναν χρόνο μετά την παρουσία μου στο αντίστοιχο συνέδριο του 2018, το δεύτερο Sustainability Summit, το θέμα της κλιματικής αλλαγής έχει ανέβει ακόμα πιο ψηλά στην παγκόσμια ατζέντα, ενώ ο όρος κλιματική κρίση χρησιμοποιείται πλέον ευρέως για να δηλώσει τη σοβαρότητα της κατάστασης.

Παρόλη την αυξανόμενη παγκόσμια ανησυχία, οι δεσμεύσεις των κρατών για μειώσεις των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα δεν είναι ικανές να συγκρατήσουν την άνοδο της θερμοκρασίας στο στόχο του 1,5 βαθμού Κελσίου έως το 2100 – με το σενάριο των 3 βαθμών να φαίνεται πιθανότερο, τη στιγμή που είμαστε ήδη περίπου 1 βαθμό Κελσίου πάνω από τα επίπεδα της προβιομηχανικής περιόδου.

Η Τράπεζα της Ελλάδος είναι από τις πρώτες, αν όχι η πρώτη κεντρική τράπεζα που ασχολήθηκε και ασχολείται συστηματικά με το θέμα της κλιματικής αλλαγής. Το 2009 σύστησε την Επιτροπή Μελέτης Επιπτώσεων Κλιματικής Αλλαγής (ΕΜΕΚΑ), η οποία συνεχίζει όλα αυτά τα χρόνια να συμβάλλει με την έρευνά της στο κρίσιμο ζήτημα της αλλαγής του κλίματος.

Στόχος μας είναι η ανάδειξη των κινδύνων και των ευκαιριών που εκπορεύονται από την μεταβολή του κλίματος, καθώς οι μελέτες έχουν δείξει πως η κλιματική αλλαγή επηρεάζει σημαντικά την οικονομία και αναδεικνύεται ως βασική παράμετρος στη χάραξη των σχετικών πολιτικών.

Το μέχρι σήμερα έργο της ΕΜΕΚΑ έχει υπογραμμίσει τη σημασία ύπαρξης μιας συγκεκριμένης πολιτικής προσαρμογής, αναγκαίας ως μέτρου περιορισμού των ζημιών από την κλιματική αλλαγή. Για το λόγο αυτό, στο πλαίσιο Μνημονίου Συνεργασίας που υπογράψαμε με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας και την Ακαδημία Αθηνών, σχεδιάσαμε την Εθνική Στρατηγική για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή, και τώρα παρακολουθούμε την εφαρμογή της μέσα από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Life IP – Boosting the implementation of adaptation policy across Greece.

Το οκταετές αυτό πρόγραμμα αποτελεί σήμερα το σημαντικότερο έργο για την προσαρμογή της χώρας μας στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Τελεί υπό τον συντονισμό του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με τη συμμετοχή 19 φορέων, μεταξύ άλλων, της Ακαδημίας Αθηνών, του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Περιφερειών και Δήμων της χώρας. Στόχος του έργου είναι να υποστηριχθεί τόσο η διαδικασία σχεδιασμού όσο και η υλοποίηση των αναγκαίων μέτρων προσαρμογής σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο και να αποτελέσει μοχλό κινητοποίησης προκειμένου να προσαρμοστούμε στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής τα επόμενα χρόνια.

Εμβαθύνοντας στο ζήτημα της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, ίσως το σημαντικότερο που μπορούμε σήμερα να κάνουμε είναι να εκπαιδεύσουμε τους νέους. Η κλιματική παιδεία έχει ζωτική σημασία στο πλαίσιο της παγκόσμιας προσπάθειας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, διότι βοηθά τους νέους να κατανοήσουν τις επιπτώσεις της υπερθέρμανσης του πλανήτη και παράλληλα τους εμπνέει να προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους και γίνουν φορείς της αλλαγής που χρειάζεται, ενώ περιορίζει τα περιθώρια αμφισβητήσεων σχετικά με αυτό το σοβαρό θέμα.

Γι’ αυτούς τους λόγους, η Τράπεζα της Ελλάδος προωθεί ενεργά την κλιματική παιδεία και έχει οργανώσει κατά την τελευταία δεκαετία μεγάλο αριθμό συνεδρίων, εργαστηρίων, σεμιναρίων, συζητήσεων, ακόμη και δημόσια διαβούλευση για θέματα κλιματικής αλλαγής και ενέργειας στο πλαίσιο της Διάσκεψης των Παρισίων το 2015.
Η πιο πρόσφατη δράση μας για την κλιματική παιδεία είναι το μνημόνιο συνεργασίας με το Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας, το οποίο μας φιλοξενεί στις εγκαταστάσεις του σήμερα, για το σχεδιασμό και την υλοποίηση εκπαιδευτικού προγράμματος για μαθητές, με βάση το ερευνητικό έργο της ΕΜΕΚΑ. Εκπαιδεύοντας τη νεολαία, ενδυναμώνουμε τη νέα γενιά, που θα είναι περισσότερο εκτεθειμένη στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, ώστε να αναλάβει δράση και να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που σχετίζονται με το κλίμα και να οικοδομήσει μια νέα βιώσιμη συνθήκη για την κοινωνία.

Μακροπρόθεσμα, η βιωσιμότητα της κοινωνίας σχετίζεται άμεσα με τη διαχείριση των κινδύνων από την κλιματική αλλαγή και τη μετάβαση σε μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία. Στην προσπάθεια να επιτευχθεί οικονομική ανάπτυξη σε ισορροπία με την προστασία του περιβάλλοντος και την κοινωνική ευημερία, ο ρόλος του χρηματοπιστωτικού συστήματος (τράπεζες και άλλα ιδρύματα, όπως ασφαλιστικές επιχειρήσεις, επιχειρήσεις επενδύσεων, κ.ά.) πρέπει να είναι καταλυτικός.

Η σωστή εκτίμηση και η εποπτεία των χρηματοοικονομικών κινδύνων, που πηγάζουν από τη μετάβαση σε μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία, είναι σημαντικοί παράγοντες για την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης και τη διαφύλαξη της σωστής λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Για αυτούς τους λόγους, οι κεντρικές τράπεζες υποστηρίζουν τη διαφάνεια και τη δημοσιοποίηση στοιχείων που θα επιτρέψουν στις αγορές να αναλάβουν ηγετικό ρόλο σ’ αυτή τη διαδικασία, ώστε, με σωστή πληροφόρηση, να ενσωματώνουν στις τιμές το κόστος του επιχειρείν, τον κίνδυνο που συνδέεται με την κλιματική αλλαγή, και κυρίως να αξιολογούν νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες. Ο μετασχηματισμός της παγκόσμιας οικονομίας, στο πλαίσιο της απεξάρτησης του ενεργειακού συστήματος από τον άνθρακα, δεν μπορεί παρά να έχει θετικό πρόσημο.

Ειδικότερα, ο τραπεζικός τομέας μπορεί και πρέπει να ηγηθεί της προσπάθειας για ένα βιώσιμο μέλλον κατευθύνοντας κεφάλαια σε δράσεις που αποφέρουν θετικά αποτελέσματα για την κοινωνία και καθοδηγώντας τους πελάτες του στην ορθή διαχείριση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών προκλήσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι Αρχές Υπεύθυνης Τραπεζικής (Responsible Banking Principles – UNEP Finance Initiative), οι οποίες υπεγράφησαν στο τέλος του προηγούμενου μήνα στη Νέα Υόρκη, στο πλαίσιο της Συνόδου Κορυφής των Ηνωμένων Εθνών με θέμα τη Δράση για το Κλίμα, επιδιώκουν να καθορίσουν το ρόλο και τις ευθύνες του τραπεζικού τομέα στη διαμόρφωση ενός βιώσιμου μέλλοντος. Οι 130 τράπεζες από 49 χώρες που τις υπέγραψαν δεσμεύονται να ευθυγραμμίσουν την επιχειρηματική τους στρατηγική με τους στόχους της παγκόσμιας κοινότητας, όπως αυτοί παρουσιάζονται στους 17 Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών και στη Συμφωνία των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή.

Οι Αρχές, ως ένας τραπεζικός οδικός χάρτης προς τη βιώσιμη ανάπτυξη, θέτουν παγκόσμιους όρους αειφορίας, αποσκοπώντας στη δημιουργία αξίας τόσο για τους μετόχους των τραπεζών όσο και για την κοινωνία. Μεταξύ άλλων, προσδιορίζουν τα κριτήρια για την υπεύθυνη και αειφόρο τραπεζική μέσα από την ολιστική αξιολόγηση των κινδύνων και των ευκαιριών που πηγάζουν από τις δραστηριότητες των τραπεζών. Επίσης, ενθαρρύνουν τις τράπεζες να υπολογίζουν και να δημοσιοποιούν τον αντίκτυπο, θετικό ή αρνητικό, στην κοινωνία και το περιβάλλον από τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που προσφέρουν.

Την ίδια στιγμή, οι κεντρικές τράπεζες έχουν πλέον εντατικοποιήσει την ενασχόλησή τους με το θέμα της κλιματικής αλλαγής, με πιο σημαντική την πρωτοβουλία σύστασης του Δικτύου Κεντρικών Τραπεζών και Εποπτικών Αρχών για ένα Πράσινο Χρηματοοικονομικό Σύστημα (Network of Central Banks and Supervisors for Greening the Financial System – NGFS) στο οποίο συμμετέχει και η Τράπεζα της Ελλάδος.

Πρόκειται για ένα δίκτυο που έχει συσταθεί με σκοπό την ενίσχυση της παγκόσμιας προσπάθειας για την επίτευξη των στόχων της Συμφωνίας των Παρισίων και την ενδυνάμωση του ρόλου του χρηματοπιστωτικού συστήματος στον αγώνα για τη βιώσιμη και αειφόρο ανάπτυξη. Μέλη του Δικτύου είναι σήμερα κεντρικές τράπεζες χωρών που αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 50% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ενώ συμμετέχουν επίσης το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Είναι νομίζω πλέον αυτονόητο για ποιο λόγο οι κεντρικές τράπεζες σήμερα ενδιαφέρονται για τη βιώσιμη ανάπτυξη: διότι χρηματοοικονομική σταθερότητα χωρίς βιωσιμότητα του αναπτυξιακού μοντέλου απλώς δεν νοείται.

Μεγάλο μέρος της παγκόσμιας χρηματοδότησης για την κλιματική δράση προορίζεται για το μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, μέσω της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και της μετάβασης σε οικονομία μηδενικού άνθρακα, μέσω της ενεργειακής αποδοτικότητας και εξοικονόμησης και της ανάπτυξης στρατηγικών για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κρίσιμη είναι όμως και η χρηματοδότηση της ανθεκτικότητας και της προσαρμογής στις μεταβολές του κλίματος, τη στιγμή που μεγάλο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού αντιμετωπίζει ήδη τις συνέπειες των ακραίων καιρικών φαινομένων.

Σύμφωνα με έκθεση της Global Commission on Adaptation, την οποία υπογράφουν ο Ban Ki-moon, η Kristalina Georgieva και ο Bill Gates, οι επενδύσεις που χρειάζονται για την ενίσχυση της παγκόσμιας ανθεκτικότητας και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή φτάνουν τα 1,8 τρισεκ. δολάρια, τα οποία μέσα στην επόμενη δεκαετία υπολογίζεται πως θα συμβάλλουν σε 7,1 τρισεκ. δολάρια «τριπλού οφέλους» – οικονομικό όφελος από την μείωση του κλιματικού κινδύνου, την αποφυγή ζημιών και εν τέλει το συνολικό περιβαλλοντικό και κοινωνικό όφελος.

Για τους υπολογισμούς αυτούς, η έκθεση εστιάζει σε πέντε κρίσιμους τομείς: τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, τις ανθεκτικές στην κλιματική αλλαγή υποδομές, τις βελτιωμένες γεωργικές καλλιέργειες, την προστασία των δασών θαλάσσιων τροπικών και υποτροπικών περιοχών (mangrove forests) και τις επενδύσεις στην ανθεκτικότητα των υδάτινων πόρων.

Παρόλο που οι επενδύσεις στην ανθεκτικότητα και τις δράσεις προσαρμογής έχουν σαφή οικονομικά οφέλη, τις περισσότερες φορές απαιτούν σημαντική εμπροσθοβαρή χρηματοδότηση πριν αποκομίσουν μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα κέρδη. Παράλληλα, οι επενδύσεις αυτές δεν δημιουργούν βραχυπρόθεσμο κέρδος για την προσέλκυση ιδιωτών επενδυτών. Χρειάζεται επομένως ο δημόσιος τομέας να εντείνει τις προσπάθειες χρηματοδότησης και δημιουργίας κινήτρων για την αύξηση της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα στις επενδύσεις προσαρμογής.

Επιπλέον, ο ιδιωτικός τομέας χρειάζεται να αναγνωρίζει πως και η δική του βιωσιμότητα βασίζεται στη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα της κοινωνίας και του περιβάλλοντος στο οποίο λειτουργεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της εταιρείας BASF όπου η πτώση της στάθμης του ποταμού Ρήνου στη Γερμανία, λόγω της μεταβολής του κλίματος, οδήγησε σε σημαντικές δυσκολίες ανεφοδιασμού με πρώτες ύλες και εν τέλει, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, στην κατακόρυφη πτώση των κερδών της εταιρείας για το 2018.

Σε αυτό το πλαίσιο αναδεικνύεται ιδιαιτέρως κρίσιμη και η συνδρομή του ασφαλιστικού τομέα. Η ασφαλιστική βιομηχανία μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, λειτουργώντας είτε ως μηχανισμός προσαρμογής, μέσω της απορρόφησης ζημιών από τη διάθεση κατάλληλων ασφαλιστικών προγραμμάτων, είτε ως μηχανισμός μετριασμού της κλιματικής αλλαγής, μέσω της κατάλληλης επιλογής των επενδύσεων προς δραστηριότητες που στηρίζουν τους κλιματικούς στόχους.

Οι εκτιμήσεις των κλιματικών υποδειγμάτων τεκμηριώνουν την τάση αύξησης της συχνότητας, της έντασης, της χωρικής επίδρασης και της διάρκειας των ακραίων καιρικών φαινομένων (ιδιαίτερα καυσώνων, έντονων βροχοπτώσεων, ξηρασιών και τροπικών κυκλώνων). Η αύξηση της έκθεσης στα ακραία καιρικά φαινόμενα, και συνεπώς της τρωτότητας ευάλωτων πληθυσμών παγκοσμίως, θα οδηγήσει σε αυξημένες πιέσεις για μηχανισμούς αποφυγής, μετριασμού και αποκατάστασης των ζημιών και συνεπώς για πολιτικές μετακύλισης και επιμερισμού του κινδύνου. Για το λόγο αυτό, οι πολιτικές της ασφάλισης κλιματικού κινδύνου μπορούν και πρέπει να βρίσκονται στο επίκεντρο της στρατηγικής της βιώσιμης ανάπτυξης.

Επίσης, τα τελευταία χρόνια κριτήρια βιωσιμότητας εφαρμόζουν πλέον και οι εταιρείες στις διαδικασίες τους. Τα κριτήρια ESG – Περιβαλλοντικά (Environmental), Κοινωνικά (Social) και Εταιρικής Διακυβέρνησης (Governance) έχουν πλέον σημαντική απήχηση και αποτυπώνουν την ορθότητα των εταιρικών διαδικασιών σε θέματα όπως οι περιβαλλοντικές πρακτικές, η διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού και των πελατών, η ηγεσία της εταιρείας και ο εσωτερικός έλεγχος. Η υιοθέτηση αυτών των κριτηρίων είναι προϋπόθεση βιώσιμης ανάπτυξης και δημιουργίας αξίας μακροπρόθεσμα.

Καθώς τα κριτήρια αυτά χαρακτηρίζουν και αξιολογούν τη συνεισφορά στη βιώσιμη ανάπτυξη ενώ οι εταιρείες επιλέγουν την υιοθέτησή τους για να βελτιώσουν την αξιοπιστία τους και να δημιουργήσουν θετικό αποτύπωμα. Ακόμη και εταιρείες που η παραδοσιακή τους ενασχόληση εναντιώνεται στις αρχές της βιωσιμότητας, όπως για παράδειγμα οι εταιρείες ορυκτών καυσίμων, προσπαθούν να υιοθετήσουν βιώσιμα μοντέλα, προς όφελος όλων, της εταιρείας, των μετόχων και του πλανήτη.

Επιπλέον, τα κριτήρια αυτά είναι ιδιαίτερα σημαντικά για τις πιθανές επενδύσεις καθώς οι τρέχουσες πρακτικές στα επενδυτικά χαρτοφυλάκια και οι ίδιοι οι επενδυτές επιλέγουν όλο και περισσότερο με βάση τα κριτήρια ESG, τόσο για τη διαχείριση του κινδύνου από την κλιματική κρίση, όσο και για τη θετική τους περιβαλλοντική επίδραση και τη δημιουργία αξίας για την κοινωνία. Αξίζει να σημειωθεί πως η εφαρμογή των κριτηρίων αυτών έχει δείξει πως δεν θυσιάζει τις αποδόσεις.

Με αυτόν τον τρόπο οι βιώσιμες επενδυτικές πρακτικές αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία, τη στιγμή που οι σχετικές πολιτικές αναδεικνύουν τα κριτήρια ESG σε μία σημαντική παράμετρο, επιβραβεύοντας έτσι τις βιώσιμες και υπεύθυνες πρακτικές των επιχειρήσεων.

Θα ήθελα να επισημάνω πως οι τρέχουσες εξελίξεις και η επιστημονική έρευνα επιβεβαιώνουν ότι απαιτείται μια δυναμική στρατηγική και ένα ισχυρό πλαίσιο για την αντιμετώπιση των σημερινών προκλήσεων της κλιματικής κρίσης και της βιωσιμότητας συνολικά. Υπάρχει ακόμα χρονικό περιθώριο για να αναλάβουμε ουσιαστική δράση για την κλιματική αλλαγή, αλλά δυστυχώς οι σχετικές πολιτικές καθυστερούν σημαντικά.

Για να διατηρηθεί η θερμοκρασία στο στόχο του +1,5 βαθμού Κελσίου έως το 2100 χρειάζεται μία μεγάλη – άνευ προηγουμένου – κινητοποίηση, δράση και συνεργασία όλων. Η συνεργασία είναι εξάλλου ο 17ος, ο τελευταίος και ίσως ο πιο θεμελιώδης, στόχος των Ηνωμένων Εθνών για τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Προκειμένου να γίνει αντιληπτή η προσαρμογή που απαιτείται και τα διλήμματα πολιτικής που τίθενται, πολλοί αναλυτές παραπέμπουν στη σχετική μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) που δόθηκε στη δημοσιότητα την περασμένη Πέμπτη και προκάλεσε μεγάλη αίσθηση. Διότι στη μελέτη αυτή προτείνεται η άμεση επιβολή φόρου στον άνθρακα, με αύξηση στα 75 δολάρια ανά τόνο το 2030, ως το πλέον αποτελεσματικό μέτρο προκειμένου να διατηρηθεί η θερμοκρασία κάτω από τους +2 βαθμούς Κελσίου έως το 2100.

Παράλληλα όμως, το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι μια τέτοια αύξηση θα είναι δυσβάσταχτη για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ειδικότερα για τις φτωχές χώρες, και παραθέτει ως λύση στο πρόβλημα το παράδειγμα της Σουηδίας: Η Σουηδία αύξησε σταδιακά, σε μια μακρά χρονική περίοδο, τον φόρο άνθρακα, από 28 δολάρια τον τόνο το 1991 σε 127 δολάρια φέτος, μαζί με μειώσεις άλλων έμμεσων και άμεσων φόρων και αυξήσεις κοινωνικών δαπανών και επιδομάτων κάθε είδους για να αντισταθμίσει το κοινωνικό κόστος για τους οικονομικά ασθενέστερους.

Αυτή η μελέτη του ΔΝΤ δείχνει ανάγλυφα το μέγεθος του προβλήματος και τις οικονομικές και κοινωνικές επιλογές που αντιμετωπίζουν οι κυβερνήσεις εάν πραγματικά στοχεύουν στη διατήρηση της θερμοκρασίας στο στόχο του +1,5 βαθμού Κελσίου έως το 2100. Οπότε, το ερώτημα προς την επιστημονική κοινότητα είναι το εξής: Υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση εάν ο στόχος του +1,5 βαθμού Κελσίου θεωρηθεί αδιαπραγμάτευτος;».

Continue Reading
Advertisement

Trending